
Στη μακρά επιστημονική διαδρομή του Παύλου Τριανταφυλλίδη, στις ανασκαφές και τις αναστηλωτικές εργασίες που συνδέθηκαν με το όνομά του, αλλά και στη σχέση που ανέπτυξε με τη Λέσβο και τους ανθρώπους της, αναφέρθηκε ο καθηγητής και διευθυντής του Μουσείου της Ακρόπολης, Νίκος Σταμπολίδης. Η ομιλία του πραγματοποιήθηκε στην τελετή ανακήρυξης του αρχαιολόγου σε επίτιμο δημότη Μυτιλήνης, σε μια βραδιά αφιερωμένη στην επιστημονική και υπηρεσιακή του προσφορά.
Ο κ. Σταμπολίδης εξήγησε ότι επέλεξε να φωτίσει πλευρές της πορείας του τιμώμενου που δεν είχαν ήδη παρουσιαστεί, καθώς, όπως είπε, είχαν προηγηθεί αναφορές σε αρκετά στοιχεία της διαδρομής του. Ξεκίνησε από τις σπουδές του Παύλου Τριανταφυλλίδη, ο οποίος γεννήθηκε στην Πάτρα και αποφοίτησε το 1988 από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές του στην κλασική αρχαιολογία στη Βιέννη, με υποτροφία του αυστριακού υπουργείου που ήταν αρμόδιο για την έρευνα και την τεχνολογία.
Η διδακτορική του διατριβή, την οποία ολοκλήρωσε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, είχε ως αντικείμενο την υαλουργία στις Κυκλάδες και στο Αιγαίο. Η έρευνα αυτή, όπως σημείωσε ο καθηγητής, αποτέλεσε αφετηρία για μια επιστημονική πορεία που σταδιακά διευρύνθηκε, οδηγώντας τον Τριανταφυλλίδη σε διαφορετικές θεματικές και σε νέες περιοχές έρευνας. Ανάμεσά τους ήταν η μεταλλοτεχνία, τα εργαστήρια παραγωγής, οι πρώτες ύλες και τα δίκτυα εμπορίου και ανταλλαγών που συνέδεαν τα νησιά με την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Σημαντικό μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στη δουλειά του στα Δωδεκάνησα και κυρίως στη Ρόδο. Από το 1991 έως το 2011, ο Παύλος Τριανταφυλλίδης εργάστηκε σε αρχαιολογικές υπηρεσίες της περιοχής, συμμετέχοντας σε πανεπιστημιακές και σωστικές ανασκαφές. Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα είχε την ευκαιρία να ερευνήσει αρχαιολογικούς χώρους στη Ρόδο και σε μικρότερα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου.

Ο Νίκος Σταμπολίδης ξεχώρισε την έρευνα στο ιερό του Αταβύριου Δία, στον Ατάβυρο, το ψηλότερο βουνό της Ρόδου. Περιέγραψε έναν δυσπρόσιτο και κακοτράχαλο τόπο, όπου ο Τριανταφυλλίδης ανέσκαψε τον βωμό και τα κτίσματα του ιερού. Τα ευρήματα, όπως ανέφερε, δεν είχαν σημασία μόνο για την ιστορία της Ρόδου, αλλά και για τη μελέτη της αρχαίας τεχνολογίας και της παραγωγής. Μέσα από αυτά ο αρχαιολόγος πέρασε από την έρευνα της υαλουργίας στη μελέτη της μεταλλοτεχνίας, πεδίο στο οποίο εντόπισε και ανέδειξε σημαντικά τεκμήρια.
Ανάλογη προσήλωση, σύμφωνα με τον ομιλητή, έδειξε και στο Αγαθονήσι. Στο Καστράκι, σε έναν απομακρυσμένο αρχαιολογικό χώρο που προσεγγίζεται με δυσκολία, η ανασκαφική δουλειά συνδυάστηκε με τη στερέωση και την ανάδειξη των μνημείων. Ο κ. Σταμπολίδης αναφέρθηκε στα τμήματα του τείχους, στα νεώρια, στον πύργο και στο ιερό, καθώς και στη δημιουργία μουσείου στο νησί, όπου συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν τα ευρήματα. Για τον καθηγητή, η εργασία αυτή ήταν ένας σημαντικός άθλος, καθώς η πρόσβαση σε τέτοιους χώρους εξαρτάται συχνά από τις καιρικές συνθήκες και απαιτεί επιμονή και συνεχή φροντίδα.
Από το 2014, ο Παύλος Τριανταφυλλίδης ανέλαβε την Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου, με αρμοδιότητα που εκτεινόταν και σε άλλα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου. Ο κ. Σταμπολίδης αναφέρθηκε στις ανασκαφικές και αναστηλωτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή, μεταξύ άλλων στην Ηφαιστία της Λήμνου και στην Άντισσα της Λέσβου, καθώς και στο κάστρο των Αγίων Θεοδώρων.
Τα ευρήματα από τις έρευνες αυτές, όπως εξήγησε, καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό εύρος. Περιλαμβάνουν στοιχεία από την Εποχή του Χαλκού, τους λεγόμενους σκοτεινούς αιώνες και την ύστερη γεωμετρική περίοδο, αλλά και τεκμήρια από τη βυζαντινή και τη γενουατική παρουσία. Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε στρώματα και αντικείμενα που βοηθούν στην κατανόηση της ιστορίας της περιοχής, των σχέσεων με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια και των διαφορετικών πολιτισμών που πέρασαν από τα νησιά.
Ο ομιλητής στάθηκε επίσης στο εύρος της επιστημονικής παραγωγής του Τριανταφυλλίδη. Οι μελέτες του, σημείωσε, δεν περιορίζονται στην τυπολογική προσέγγιση των αρχαίων αντικειμένων. Εξετάζουν την τεχνολογία κατασκευής τους, τις πρώτες ύλες, τους χώρους παραγωγής, το εμπόριο και τις ανταλλαγές, εντάσσοντας τα ευρήματα του νοτιοανατολικού Αιγαίου σε έναν ευρύτερο επιστημονικό διάλογο. Στο έργο του περιλαμβάνονται, ακόμη, θεματικές όπως η μελισσοκομία, η παραγωγή πορφύρας, η αρχαία θρησκεία, η νησιωτική τοπογραφία και η οχυρωματική αρχιτεκτονική.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε ο Νίκος Σταμπολίδης στο Κάστρο της Μυτιλήνης, το οποίο χαρακτήρισε μνημείο μοναδικής αξίας για τη Μεσόγειο. Εκτίμησε ότι, σε άλλες χώρες, ένας αρχαιολογικός χώρος τέτοιας σημασίας θα προσέλκυε χιλιάδες επισκέπτες, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη καλύτερης προβολής αντίστοιχων μνημείων.
Αναφέρθηκε ακόμη στις εργασίες αποκατάστασης του Βαλιδέ Τζαμιού, έργο που πραγματοποιήθηκε από τον Παύλο Τριανταφυλλίδη και τους συνεργάτες του. Όπως διευκρίνισε, η αναγνώριση της συμβολής ενός αρχαιολόγου δεν παραγνωρίζει τη συλλογική εργασία που απαιτείται για τη συντήρηση και την ανάδειξη των μνημείων.
Πέρα από την ανασκαφική και διοικητική του δράση, ο Τριανταφυλλίδης, σύμφωνα με τον καθηγητή, επιδίωξε να ανοίξει την αρχαιολογική υπηρεσία προς την κοινωνία. Στη διάρκεια της θητείας του στη Λέσβο διοργανώθηκαν εκθέσεις, ημερίδες, επιστημονικές συναντήσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα. Αναπτύχθηκαν, επίσης, συνεργασίες με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στόχος αυτών των δράσεων ήταν να φέρουν τους κατοίκους σε ουσιαστικότερη επαφή με το παρελθόν και την πολιτιστική ταυτότητα του τόπου.
Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της ομιλίας του, ο Νίκος Σταμπολίδης μίλησε για την αρχαιολογία ως μια προσπάθεια να κατανοήσει κανείς τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από τα υλικά κατάλοιπα. Οι αρχαιολόγοι, είπε, δεν ασχολούνται μόνο με την αρχιτεκτονική λεπτομέρεια ή την αισθητική των μνημείων. Μέσα από τις πέτρες, τα χαράγματα και τα αντικείμενα επιχειρούν να ανασυνθέσουν ανθρώπινες ζωές και κοινωνίες.
Συνδέοντας αυτή τη σκέψη με τον μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αναφέρθηκε στην εικόνα των λίθων από τους οποίους γεννιούνται άνθρωποι, για να υπογραμμίσει τη σύνδεση ανάμεσα στα υλικά ίχνη και στην ανθρώπινη παρουσία.
Σε αυτό το πλαίσιο χαρακτήρισε τον Παύλο Τριανταφυλλίδη έναν από τους αρχαιολόγους που υπηρετούν την επιστήμη τους ως λειτούργημα. Η προσφορά του, τόνισε, δεν εξαντλείται στα ευρήματα ή στις υπηρεσιακές του θέσεις, αλλά βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο φρόντισε τα μνημεία, συνεργάστηκε με τους ανθρώπους γύρω του και συνέβαλε ώστε η αρχαιολογική γνώση να γίνει μέρος της ζωής της τοπικής κοινωνίας.
Κλείνοντας, ο καθηγητής συνέδεσε την ανακήρυξη σε επίτιμο δημότη με την παρακαταθήκη που αφήνει ο τιμώμενος στην πόλη και στις γενιές που έρχονται. Ο Παύλος Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε μακριά από τη Λέσβο, όμως, όπως ανέφερε, αφιέρωσε σημαντικό μέρος της επαγγελματικής και επιστημονικής του ζωής στην υπηρεσία της. Η ομόφωνη απόφαση του Δήμου, κατέληξε, αποτελεί τιμή για τον ίδιο τον αρχαιολόγο, αλλά και για την κοινωνία που αναγνωρίζει το έργο του.