
Το 2026 θα καταγραφεί στην ιστορία της Λέσβου ως μία από τις χειρότερες χρονιές για τον κτηνοτροφικό τομέα του νησιού. Η μείωση της παραγωγής πρόβειου γάλακτος τον Ιούνιο του 2026 έφθασε το 30% (βλέπε ρεπορτάζ «Χάθηκαν 8.000 τόνοι γάλακτος στη Λέσβο»). Τους επόμενους μήνες η μείωση της παραγωγής αναμένεται να κινηθεί σε ακόμη υψηλότερα ποσοστά.
Ακόμη, όμως, και με τις πιο ψύχραιμες και συντηρητικές εκτιμήσεις, η μείωση της παραγωγής δεν αναμένεται να πέσει κάτω από το 20%, διότι:
Η μείωση της παραγωγής αιγοπρόβειου γάλακτος κατά 20% έως 30% σημαίνει ότι θα χαθούν από 11.300 έως 17.000 τόνοι γάλακτος. Με την τιμή παραγωγού στα 1,45 ευρώ ανά κιλό, η απώλεια εσόδων για τους κτηνοτρόφους θα κυμανθεί από 16 έως 24 εκατομμύρια ευρώ.
Στις απώλειες πρέπει να συνυπολογιστεί και η προστιθέμενη αξία που παράγεται από το εμπόριο ζωοτροφών, καθώς και από την παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων. Η μείωση της παραγωγής φέτας στο νησί μπορεί να φθάσει ακόμη και τους 4.000 τόνους.
Στις 18 Αυγούστου, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης επέλεξε να ανακοινώσει ότι επιτρέπεται στους επισκέπτες της Λέσβου να μεταφέρουν στις αποσκευές τους τυροκομικά προϊόντα που έχουν συμπληρώσει περίοδο ωρίμανσης δύο μηνών. Η απαγόρευση είχε επιβληθεί τον περασμένο Μάρτιο, στο πλαίσιο των μέτρων για την αποτροπή της διάδοσης του αφθώδους πυρετού στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η κατάργηση του συγκεκριμένου μέτρου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργές εστίες της νόσου στο νησί βρίσκονται σε έξαρση, δείχνει ότι επρόκειτο για ένα άκρως υπερβολικό μέτρο.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόφαση δεν αναμένεται να αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση για τις τυροκομικές επιχειρήσεις της Λέσβου.
Τυροκόμοι του νησιού τονίζουν ότι εδώ και πέντε μήνες νιώθουν σαν καπετάνιοι που πλέουν σε αχαρτογράφητα νερά.
Τα πρόσθετα μέτρα που καλούνται να εφαρμόσουν τα τυροκομεία της Λέσβου έχουν οδηγήσει σε αύξηση του κόστους παραγωγής και έχουν δημιουργήσει προβλήματα στη διακίνηση των προϊόντων.
Μεγάλο πρόβλημα για τις τυροκομικές επιχειρήσεις του νησιού αποτελούν και οι αγορές που χάθηκαν, καθώς και οι συμφωνίες που ακυρώθηκαν. Η ανάκτηση των χαμένων αγορών δεν είναι εύκολη υπόθεση, με τις επιχειρήσεις της Λέσβου να είναι αναγκασμένες να διατηρούν χαμηλές τις τιμές πώλησης, προκειμένου να καταστήσουν εκ νέου ελκυστικά τα προϊόντα τους.
Από την άλλη πλευρά, η μείωση της παραγόμενης ποσότητας γάλακτος οδηγεί εκ των πραγμάτων σε περιορισμό της παραγωγής τυροκομικών προϊόντων. Αυτό αναμένεται να αυξήσει το κόστος ανά μονάδα προϊόντος, καθώς τα σταθερά έξοδα κάθε επιχείρησης θα επιμερίζονται σε μικρότερο όγκο παραγωγής.
Οι τυροκόμοι της Λέσβου δηλώνουν ανήσυχοι, καθώς εκτιμούν ότι η μειωμένη παραγωγή γάλακτος θα συνεχιστεί και το 2027.