
Επτά χρόνια κυβερνητικής θητείας αποδεικνύονται αρκετά για να στηθούν επικοινωνιακές καμπάνιες, να εξαγγελθούν μεταρρυθμίσεις και να επαναληφθούν αμέτρητες φορές οι λέξεις «αναβάθμιση» και «εκσυγχρονισμός». Δεν αποδείχθηκαν, όμως, αρκετά για να πάψει η Ελλάδα να βρίσκεται στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2023 είναι αποκαλυπτικά και ταυτόχρονα βαθιά ανησυχητικά. Η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, διαθέτοντας για την εκπαίδευση μόλις το 3,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της.
Πρόκειται για μια επίδοση που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από κυβερνητικές ανακοινώσεις και πανηγυρικούς λόγους. Όταν μια χώρα επενδύει στην Παιδεία σημαντικά λιγότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι ξεκάθαρα πολιτικό και αφορά τις προτεραιότητες που έχουν τεθεί.
Επτά χρόνια λόγια και η χρηματοδότηση στον πάτο
Η κυβέρνηση συμπληρώνει επτά χρόνια στην εξουσία, έχοντας παρουσιάσει δεκάδες νομοθετικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση. Πίσω όμως από τις εξαγγελίες, τους νέους νόμους και τις υποσχέσεις περί «σύγχρονου σχολείου», παραμένει ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: η Ελλάδα διαθέτει για την Παιδεία μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ από σχεδόν κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επίδοση αυτή δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως μια απλή στατιστική αστοχία. Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, αποτελεί βαριά πολιτική ευθύνη. Η Παιδεία δεν κρίθηκε από όσα ειπώθηκαν στα υπουργικά συμβούλια, αλλά από τα χρήματα που πραγματικά διατέθηκαν για τα δημόσια σχολεία, τους εκπαιδευτικούς, τις υποδομές, τα πανεπιστήμια και τις ανάγκες των μαθητών.
Η κυβέρνηση είχε τον χρόνο να αλλάξει την εικόνα. Είχε μπροστά της σχεδόν μία ολόκληρη εκπαιδευτική γενιά. Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται δεύτερη από το τέλος, αποδεικνύοντας ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν αποτέλεσε ουσιαστική δημοσιονομική προτεραιότητα.
Μόνο η Ρουμανία χαμηλότερα από την Ελλάδα
Σύμφωνα με τη Eurostat, οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από την προσχολική αγωγή έως και την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αντιστοιχούσαν το 2023 κατά μέσο όρο στο 4,7% του ΑΕΠ. Το ποσοστό παρέμεινε αμετάβλητο σε σχέση με το 2022.
Η Ελλάδα περιορίστηκε στο 3,3% του ΑΕΠ. Χαμηλότερα βρίσκεται μόνο η Ρουμανία, με 3%, ενώ αμέσως πάνω από την Ελλάδα κατατάσσεται η Μάλτα με 3,4%.
Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο φτάνει τη 1,4 ποσοστιαία μονάδα. Πρόκειται για ένα χάσμα που μεταφράζεται σε λιγότερους διαθέσιμους πόρους για ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα και, τελικά, σε μεγαλύτερη πίεση για εκπαιδευτικούς, μαθητές και οικογένειες.
Η βόρεια Ευρώπη επενδύει εκεί όπου η Ελλάδα περικόπτει
Στην άλλη άκρη της κατάταξης βρίσκονται χώρες που αντιμετωπίζουν την Παιδεία ως πραγματική επένδυση και όχι ως δαπάνη που μπορεί διαρκώς να περιορίζεται.
Η Σουηδία διαθέτει το 6,8% του ΑΕΠ της για την εκπαίδευση, η Φινλανδία το 6,3% και το Βέλγιο το 6,2%. Η διαφορά της Ελλάδας από την πρωτοπόρο Σουηδία ανέρχεται στις 3,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Με απλά λόγια, για κάθε 100 ευρώ ΑΕΠ η Ελλάδα διαθέτει αναλογικά 3,3 ευρώ για τη δημόσια εκπαίδευση. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 4,7 ευρώ, ενώ στη Σουηδία το αντίστοιχο ποσό φτάνει τα 6,8 ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, δηλαδή, η Σουηδία επενδύει στην εκπαίδευση υπερδιπλάσιο μερίδιο από την Ελλάδα.
Η στατιστική που συναντά την καθημερινότητα
Η χαμηλή θέση της χώρας δεν είναι ένας ψυχρός αριθμός σε έναν ευρωπαϊκό πίνακα. Συναντά την καθημερινότητα των σχολείων, τις ελλείψεις προσωπικού, τις γερασμένες υποδομές, την εξάρτηση από τους αναπληρωτές και τη διαρκή οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών, οι οποίες καλούνται να καλύψουν όσα δεν εξασφαλίζει επαρκώς το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.
Κάθε ευρώ που δεν επενδύεται στην Παιδεία επιστρέφει στην κοινωνία ως μεγαλύτερη ανισότητα. Τα παιδιά των οικογενειών που έχουν τη δυνατότητα αναζητούν πρόσθετη στήριξη στην ιδιωτική εκπαίδευση και στα φροντιστήρια. Τα υπόλοιπα καλούνται να ξεκινήσουν από πιο πίσω και να καλύψουν μόνα τους την απόσταση.
Η ανάπτυξη σταματά στην πόρτα του σχολείου
Η κυβέρνηση επικαλείται συχνά την οικονομική ανάπτυξη, την επενδυτική βαθμίδα και την αύξηση του ΑΕΠ. Τα στοιχεία της Eurostat, όμως, θέτουν ένα απλό και αμείλικτο ερώτημα: πόσο από αυτή την ανάπτυξη επέστρεψε στα δημόσια σχολεία και στα πανεπιστήμια;
Η δεύτερη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει ότι, όταν ήρθε η ώρα της κατανομής των πόρων, η Παιδεία έμεινε ξανά πίσω. Οι κυβερνητικές διακηρύξεις περί ίσων ευκαιριών χάνουν το περιεχόμενό τους όταν δεν συνοδεύονται από την αναγκαία χρηματοδότηση.
Ύστερα από επτά χρόνια, η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να επικαλείται ούτε έλλειψη χρόνου ούτε προβλήματα που κληρονόμησε. Η θέση της Ελλάδας είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Και η επιλογή να παραμένει η δημόσια Παιδεία δεύτερη από το τέλος της Ευρώπης είναι μια επιλογή που υποθηκεύει όχι μόνο το παρόν των μαθητών, αλλά και το μέλλον ολόκληρης της χώρας.