
Με ιδιαίτερα αιχμηρή γλώσσα μίλησε στο κανάλι της «Ναυτεμπορικής» ο Τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης Θωμάς Μόσχος, αναδεικνύοντας τη δύσκολη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν οι ζωονόσοι, οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις, η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου και η διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων.
Ο ίδιος αναφέρθηκε στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Λέσβο μαζί με τον κ. Τσίπρα και στη συνάντηση που είχαν με ανθρώπους ενός τοπικού συνεταιρισμού. Περιγράφοντας τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται οι παραγωγοί του νησιού, έκανε λόγο για ανθρώπους που παλεύουν καθημερινά «μέσα στην ξέρα, στα βράχια και στα βουνά».
«Έχουν καταφέρει κυριολεκτικά από την πέτρα να παράγουν γάλα», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη δύναμη, την επιμονή και τη δημιουργικότητα των κτηνοτρόφων της Λέσβου.
Ένας συνεταιρισμός που κρατά ζωντανό το χωριό
Ο Θωμάς Μόσχος στάθηκε ιδιαίτερα στο παραγωγικό μοντέλο του συνεταιρισμού που επισκέφθηκε. Όπως είπε, πρόκειται για μια δομή που παράγει ζωοτροφές, τυροκομικά και γαλακτοκομικά προϊόντα, διαθέτει πρατήρια και πρατήριο καυσίμων και έχει δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο κύκλο τοπικής οικονομικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, από τους 170 κατοίκους του χωριού οι 35 εργάζονται στον συνεταιρισμό. Πρόκειται, όπως υποστήριξε, για ένα ζωντανό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η συλλογική παραγωγική προσπάθεια μπορεί να κρατήσει τον πληθυσμό στην ύπαιθρο, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να δώσει προοπτική σε μια ολόκληρη κοινότητα.
«Αυτό η κυβέρνηση, αντί να το στηρίξει, πάει να το καταστρέψει», δήλωσε, ασκώντας έντονη κριτική για την απουσία ουσιαστικών μέτρων προστασίας του πρωτογενούς τομέα.
«Οι αγρότες δεν άκουσαν ποτέ μια συγγνώμη»
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του αποτέλεσε η «συγγνώμη» που, όπως είπε, δεν έχει ζητηθεί ποτέ από τους ανθρώπους της παραγωγής. Ο κ. Μόσχος υποστήριξε ότι χρήματα τα οποία προορίζονταν για τους πραγματικούς παραγωγούς χάθηκαν ή κατανεμήθηκαν με τρόπο που δεν ενίσχυσε την ανάπτυξη του κλάδου.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η επιδότηση στην αιγοπροβατοτροφία έχει μειωθεί κατά 60% σε σύγκριση με το 2017, την ώρα που το κόστος παραγωγής και τα χρέη των εκμεταλλεύσεων αυξάνονται.
«Δεν ζήτησε κανείς μια συγγνώμη από τους αγρότες για όλα αυτά τα χρήματα που θα μπορούσαν να είχαν κατευθυνθεί στην ανάπτυξη του κλάδου», τόνισε. Πρόσθεσε μάλιστα ότι άνθρωποι του αγροτικού κόσμου, οι οποίοι είχαν καταγγείλει εγκαίρως προβλήματα στον ΟΠΕΚΕΠΕ, βρέθηκαν αντιμέτωποι με επιθέσεις, απειλές και δικαστικές διαδικασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον πρόεδρο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου, Δημήτρη Καπούνη, υποστηρίζοντας ότι είχε δεχθεί μήνυση μετά τις δημόσιες καταγγελίες του για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Όταν κάναμε τις καταγγελίες, μας έβριζαν και μας απειλούσαν. Σήμερα θέλουν να ζητήσουμε εμείς συγγνώμη», σημείωσε, θέτοντας το ερώτημα ποιος τελικά οφείλει να απολογηθεί απέναντι στους παραγωγούς.
«Το πάρτι στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχει τελειώσει»
Ο Τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης αμφισβήτησε ευθέως τον κυβερνητικό ισχυρισμό ότι έχει μπει τάξη στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Όπως υποστήριξε, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στον αριθμό των ζώων που εμφανίζονται στις πληρωμές των επιδοτήσεων και στα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι πληρωμές πραγματοποιήθηκαν για περισσότερα από 16 εκατομμύρια αιγοπρόβατα, ενώ τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν περίπου 10 εκατομμύρια. «Πώς ακριβώς μπήκε τάξη, όταν η ΕΛΣΤΑΤ έχει άλλα στοιχεία και ο ΟΠΕΚΕΠΕ πληρώνει με άλλα;» διερωτήθηκε.
Κατά τον ίδιο, οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι τα προβλήματα δεν έχουν αντιμετωπιστεί και ότι οι ενισχύσεις εξακολουθούν να μη φτάνουν στον βαθμό που θα έπρεπε στους πραγματικούς παραγωγούς.
Ζωονόσοι χωρίς αποζημιώσεις και ανασύσταση κοπαδιών
Ιδιαίτερα δραματική ήταν η αναφορά του στις συνέπειες των ζωονόσων, οι οποίες έχουν οδηγήσει στη θανάτωση μεγάλου αριθμού ζώων και έχουν αφήσει πολλές κτηνοτροφικές οικογένειες χωρίς εισόδημα και χωρίς σαφή προοπτική επιστροφής στην παραγωγή.
Όπως κατήγγειλε, υπάρχουν ακόμη κτηνοτρόφοι που δεν έχουν λάβει αποζημιώσεις για τα ζώα που θανατώθηκαν, ενώ δεν έχει ξεκινήσει ουσιαστικά η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου. Υποστήριξε, επίσης, ότι μετά από τρία χρόνια ζωονόσων η δυνατότητα δημιουργίας ή επανεκκίνησης αιγοπροβατοτροφικών μονάδων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Η συνεχής μείωση των ζώων, προειδοποίησε, θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές του γάλακτος και της φέτας. «Τα ζώα μειώνονται συνεχώς και οι επιδοτήσεις εξακολουθούν να μοιράζονται σε επιτήδειους, αντί να δίνονται στους πραγματικούς παραγωγούς για να παραμείνουν στα χωριά τους», ανέφερε.
Οικογένειες στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης
Ο Θωμάς Μόσχος μίλησε για οικογένειες που έχουν καταστραφεί οικονομικά, επειδή δεν έλαβαν έγκαιρα τις ενισχύσεις που δικαιούνταν και συσσώρευσαν χρέη προς προμηθευτές.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, οι συνολικές οφειλές των αγροτών ξεπερνούν πλέον τα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ προς πρατήρια καυσίμων, καταστήματα γεωργικών φαρμάκων και προμηθευτές ζωοτροφών. Πρόκειται, όπως είπε, περίπου για το ποσό που λείπει κάθε χρόνο από τις επιδοτήσεις του αγροτικού κόσμου.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι υπό διερεύνηση υποθέσεις αφορούν αρχικά το 2021, ενώ ακολουθούν οι επόμενες χρονιές. Αναφέρθηκε ακόμη στις μεγάλες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις που έχουν ήδη επιβληθεί στη χώρα, προειδοποιώντας ότι ο τελικός λογαριασμός θα μεταφερθεί για ακόμη μία φορά στους πολίτες.