
« Ευτυχισμένος σ’ αυτόν τον κόσμο μου φαίνεται πως είναι εκείνος που ήρθε εδώ, για να κάμει κάτι που το θεωρεί καλό για τους ομοίους του - αδιάφορο μικρό ή μεγάλο, σε λίγους ή σε πολλούς - και δουλεύει επίμονα ως το τέλος να το κάμει αυτό το κάτι».
(Αργύρης Εφταλιώτης, από το πεζοτράγουδο «Οι δυο εικόνες»)
Το σημερινό σημείωμα αναφέρεται σε τρία πεζοτράγουδα του Αργύρη Εφταλιώτη που θίγουν κάποιες πλευρές της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αποκαλύπτουν προσωπικά βιώματά του από την άσκηση της τέχνης του.
Στο πρώτο πεζοτράγουδο με τον τίτλο «Μοναξιά», θίγει το ζήτημα της επιλεγμένης, της συνειδητής μοναξιάς, μέσα στη γαλήνη της οποίας συλλαμβάνονται τα λεπτότερα στοιχεία του κόσμου και κυοφορείται το δημιουργικό έργο. Και κατά το Νίτσε: «Όποιος κάποτε πολλά θάχει να πει, σε σιωπή βυθίζεται πολύ, όποιος θέλει ν’ ανάψει την αστραπή, σύννεφο πρέπει νάναι για πολύ».
Γράφει:
«Όλα, όλα της τέχνης και της επιστήμης τα λούλουδα σε μοναξιές φυτρώνουν και σα βιολέτες μοσχοβολούν .... Ο κόσμος τη μοναξιά τη μισεί, τη φοβάται, την καταριέται, γιατί ο κόσμος να χάνει τον καιρό του δεν αρέσκεται σε βαθιούς στοχασμούς. ».
Πιο κάτω δίνει την εικόνα των ανθρώπων, που κυριολεκτικά σκοτώνουν τον καιρό τους μέσα σε ανόητες, φλύαρες συναναστροφές πέρα και μακριά πολύ από την βαθειά ευεργεσία και ευφορία της μοναξιάς:
« Τους αποθέτεις σε μαλακό καναπέ σαλονιού, ανάβεις δεκάδες φώτα ολόγυρα τους, προσκαλείς μερικούς άλλους ορνιθόμυαλους πλάγι τους και ξυπνούν αμέσως και ψαλιδίζ’ η γλωσσά τους, και τρέμουν τα νεύρα τους και τους μεθάει ο ερεθισμός και σκοτώνεται ο ανωφέλητος καιρός τους».
Στο δεύτερο «Ο ανήφορος του τεχνίτη» περιγράφει μιαν άλλη όψη της μοναξιάς του δημιουργού: τη μαρτυρική. Το σισύφειο αγώνα του για την κατάκτηση της δικής του Ιθάκης, την ανάβαση προς το δυσπρόσιτο βασίλειο της τελειότητας της τέχνης, παρόλο που γνωρίζει πως « όνειρο είναι το τέλειο, το ξέρουμε κι όμως γύρω στο θρόνο του αγωνιζόμαστε να παρασταθούμε»:
«Και ξανάρχισε ο γέρος να σκαλώνει, να πιάνεται από πέτρες, να πληγώνεται, κι ωστόσο να μη γογγύζει, ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει, κι άξαφνα να κατρακυλάει, μα πάντα να κερδίζει ασήμαντο ύψος στ’ ανέβασμα του, ώσπου, περνώντας χρόνια κατόπι, τον είδα σαν μερμήγκι να σαλεύει σε γκρεμούς αψηλότερους, κι ακόμα να πέφτει και να σηκώνεται, να σκαλώνει και να κατρακυλιέται, κι ωστόσο πάντα να χαίρεται και να τραγουδάει μέσα σ’ εκείνο το φοβερό το τυράνισμα...».
Να λοιπόν παραστατικά το μαρτύριο του υπεύθυνου λογοτέχνη, του ταγμένου, του αφοσιωμένου της τέχνης. .
Η δημιουργική προσπάθεια, μ’ όλο το μόχθο και τις ωδίνες της, είναι και η πιο πλήρης στιγμή του ανθρώπου, αφού με αυτήν ενσαρκώνει πόθους και ελπίδες και οραματισμούς του και διαιωνίζει την ύπαρξή του (φεύγει αυτός, μα το έργο του μένει). αφήνοντας κληρονομιά και διδαχή και «καλοθεμέλιωτο γιοφύρι», «για να περνούν οι άλλοι πιο εύκολα, να μη σκοντάφτουν».
Αυτό το τελευταίο υπογραμμίζεται στο τρίτο πεζοτράγουδο «Οι δυο εικόνες», στο οποίο τίθεται το ερώτημα: Τί απομένει από την πορεία ενός ανθρώπου και ιδιαίτερα ενός καλλιτέχνη στη ζωή; Τί αφήνει στον κόσμο;, «στα γλιστερά μονοπάτια πόσα πατήματα, πόσους στα πέλαγα φάρους». Και όσο και αν ο ίδιος ο δημιουργός θεωρεί ταπεινό το έργο του (έτσι συμπεριφέρνονται οι άξιοι δημιουργοί, κατά την παροιμία: το βαθύ ποτάμι δε βουίζει), αντικειμενική είναι τούτη η αξιολόγηση, με την οποία κλείνει το πεζοτράγουδο:
«Είναι έργο που τ’ όνομά σας δεν το δοξάζει, έργο που κάμνοντάς το πως έχει το σκοπό του δεν το φαντάζεστε. Κι ωστόσο γίνεται με πόνο κι αναστεναγμό και βλέποντας το μύριοι εκεί κάτου διαβάτες μαζεύουνε δύναμη να περάσουν άφοβα τον ίδιο το δρόμο».