
Παρασκευή, 6 Μαρτίου: Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού. Για ακόμη μια χρονιά ακούστηκαν τα ίδια συνθήματα, στα σχολεία έγιναν οι γνωστές δράσεις και στο τέλος της ημέρας εκπαιδευτικοί, γονείς, εκπαιδευτικοί και ειδικοί ψυχολόγοι, μαζί με την Υπουργίνα Παιδείας, ευχηθήκαμε να σταματήσει η σχολική βία και ο εκφοβισμός. Από την επόμενη όμως ημέρα η βία στα σχολεία θα είναι ξανά παρούσα. Και ξανά θα λέμε το σύνθημα «StopBullying: Δώσε τέλος στο σχολικό εκφοβισμό. Έχεις τη δύναμη». Στο ερώτημα τι κάνουμε με τη σχολική βία, έχω πολλές φορές επισημάνει πως, σχεδόν δεν κάνουμε τίποτα.Είμαστε πολύ καλοί μόνο στις διαπιστώσεις. Αλλά στις παρεμβάσεις και στην πρόληψη, αυτές είναι επιφανειακές.
Στο σχολείο αδυνατούμε ή αρνούμαστε να συζητήσουμε για το πως θα οικοδομήσουμε ψυχές νέων ανθρώπων. Αδυνατούμε ή αρνούμαστε να συζητήσουμε με τους νέους. Λέμε ότι συζητάμε για τους νέους κι όχι συζητάμε ΜΕ τους νέους. Η όποια συζήτηση μαζί τους καταλήγει σε «κήρυγμα» για κανόνες και όρια. Κι εδώ είναι το τεράστιο λάθος μας. Λάθος όχι μόνο των εκπαιδευτικών αλλά και των γονέων. Με αποτέλεσμα, σε μια εκπαίδευση της αμάθειας, στο πιο ενοχλητικό ερώτημα «ποιόν κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας;» αποφεύγουμε να θέσουμε ακόμη ένα, πιο ενοχλητικό και πραγματικά ανησυχητικό ερώτημα: «σε τί είδους παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;» [Τα ερωτήματα από το έργο του JaimSemprun (1997). L' AbîmeseRepeuple, εκd. EncyclopédiedesNuisances· [στο: Ζαν Κλωντ Μισεά. (2002). Η εκπαίδευση της αμάθειας, μτφρ. Άγγελος Ελεφάντης. Αθήνα: Βιβλιόραμα, σ. 59].
Στο σχολείο, επίσης, ο διάλογος είναι ανύπαρκτος. Το ίδιο και στην οικογένεια. Κι όταν το σχολείο και η οικογένεια δεν μπορεί να κάνει διάλογο με τους μαθητές του και τα παιδιά του, οι ευθύνες είναι τεράστιες. Συνεπώς, μη μας ξενίζει το γεγονός έξαρσης της σχολικής βίας και του εκφοβισμού. Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι οι μαθητές χρειάζονται εκπαιδευτικούς που να νοιάζονται γι’ αυτούς, που να τους ακούνε και να τους νιώθουν. Δυστυχώς, ως εκπαιδευτικοί δεν έχουμε μάθει να ακούμε τους μαθητές μας. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, αν ακούμε τι μας λένε, τους ακούμε μόνο με τα αυτιά μας, όχι με την καρδιά μας. Δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε τα συναισθήματά τους. Μας λείπει η διάθεση να ανοίξουμε διάλογο μαζί τους· αλλά απαιτούμε από τους μαθητές μας να μάθουν να διαλέγονται με τους άλλους. Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Βραζιλιάνου ΠάουλοΦρέιρε,«Η αγωγή του καταπιεζόμενου», μτφρ. Γιάννης Κρητικός, με εισαγωγή του Αγασιώτη παιδαγωγού Θεόφραστου Γέρου. (Αθήνα 1976: Ράππα, σ. 105), δείχνει το δρόμο για το πως μπορεί να γίνει ουσιαστικός διάλογος των εκπαιδευτικών με τους νέους. Καθόλου δύσκολο δεν είναι να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Κι ας θυσιάσουμε έστω και μια ώρα από τη δασκαλοκεντρική «διδακτική μεθοδολογία» της Τράπεζας Θεμάτων!
Διάλογος σημαίνει ενσυναίσθηση. Ο διάλογος είναι σημαντικότατο μέσο ενάντια στη βία. Όμως, οι έννοιες της ενσυναίσθησης, του διαλόγου, όπως και οι έννοιες των ορίων, της πειθαρχίας και της αγάπης δεν είναι διδακτές, όπως οι έννοιες των μαθημάτων που διδάσκουμε στο σχολείο.Πραγματικός είναι ο διάλογος στη δημιουργική και συμπεριληπτική ικανότητα που, οφείλει, να έχει το σχολείο για να ξεπερνά τις διαφορές μεταξύ των μαθητών, να επινοεί την ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων, ενάντια στη βαρβαρότητα που επιφέρει η βία. Ένα ακόμη κείμενο, έχω την ταπεινή γνώμη, πως καταδεικνύει το πρόβλημα της έλλειψης διαλόγου στο σχολείο και στην οικογένεια. Προέρχεται από τον βιβλίο του παπα-Βασίλη Θερμού, Ταραγμένη Άνοιξη. Για μια κατανόηση της εφηβείας… (Αθήνα 2008: Αρχονταρίκι, σσ. 181-182).
»Στην πραγματικότητα ο διάλογος με τους νέους είναι ό,τι και κάθε διάλογος με οποιονδήποτε άλλον: στάση ζωής, συμμετοχή καρδιάς, κινητοποίηση του συνόλου του ψυχικού κόσμου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διδάσκεται, όπως άλλωστε διδάσκεται και ο διάλογος της προσευχής. Σημαίνει όμως πως η διδασκαλία αυτή συνίσταται στο βαθμιαίο μετασχηματισμό της προσωπικότητάς μας προκειμένου να γίνει ικανή να συναντήσει τον άλλον. Ο διάλογος με τους εφήβους μάς μαθαίνει να υπάρχουμε εμείς σωστότερα.
»Οι έφηβοι χρειάζονται αφθονία αγάπης, χώρο φυσικό και συναισθηματικό, φίλους, παράδοση, όρια (ώστε να γίνουν υπεύθυνοι και να μάθουν να ζουν μέσα στην κοινωνία και στον πολιτισμό), διαθεσιμότητα των ενηλίκων. Δηλαδή βιωματική (και όχι μόνο διανοητική) αναγνώριση μέσα στη δική μας ψυχή της προσωπικότητάς τους και του ζωτικού χώρου που σιγά-σιγά καταλαμβάνει».
Για τη σχολική βία και τον εκφοβισμό είναι καιρός να κοιτάξουμε πέρα από τις διαπιστώσεις που κάνουμε σε έρευνες και δράσεις σε σχολεία. Να κοιτάξουμε κατάματα το φαινόμενο.Να βρούμε τρόπους να συζητήσουμε και να απαντήσουμε σε ερωτήματα που κόβουν σαν το ξυράφι το Όκκαμ. Οι μαθητές είναι ανθρώπινα πρόσωπα ή «υλικό» μιας σχολικής τάξης; Είναι, όντως, τόσο «προϊόντα» όσο και «κατασκευάσματα» της κοινωνίας που ζουν και μεγαλώνουν;Οι μαθητές είναι «φαινόμενα» κοινωνικά ή ατομικά;Είναι άτομα, εαυτοί ή κοινωνία σε σμικρογραφία;Τι, άραγε, υπάρχει προ της κοινωνικοποίησης των μαθητών;Και τι μετά την κοινωνικοποίησή τους;
Η τελευταία παράγραφος από το πρώτο κεφάλαιο «Δύο κόσμοι» του Ντέμιαν του ΈρμανΈσσε, μτφρ. ΜένηςΚουμανταρέας, (Αθήνα: 1983, σ. 31), στον σύγχρονο πολιτισμό, που είναι και πολιτισμός του σύγχρονου σχολείου, είναι στοίχημα για μια υπέρβαση της σχολικής βίας και του εκφοβισμού. Τα λόγια του μικρού Έμιλ Σίνκλαιρ, του εκφοβισμένου και κακοποιημένου μαθητή από τον ΦράντςΚρόμερ, είμαι σίγουρος ότι τα λένε πολλά σημερινά θύματα σχολικής βίας και εκφοβισμού.