
(μικρός φόρος οφειλόμενης τιμής σε μια σειρά:
- σκληρών αγώνων κατά των επί αιώνες ποικίλων διακρίσεων λόγω φύλου και κατά της εκμετάλλευσης ανθρώπων θηλυκού γένους,
- θεαματικών κατακτήσεων που έχουν συντελεστεί χάρη στους αγώνες αυτούς)
Ύστερα από πολυετείς αγώνες και επίμονες προσπάθειες, η γυναίκα στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο έχει απελευθερωθεί από τη δεσποτεία του πατέρα και του συζύγου της, καταρρίπτει το ένα μετά το άλλο ανδροκρατούμενα επαγγελματικά «κάστρα», έχει επιτύχει συνταγματική κατοχύρωση και μισθολογική εξίσωση με τον άντρα, διακρίνεται σε δημόσια ανώτατα αξιώματα· υπάρχει ωστόσο έδαφος για νέους αγώνες και νέες κατακτήσεις σε αρκετά επίπεδα ακόμη· ένα από αυτά είναι το γλωσσικό: στην αρχαιοελληνική ανδροκρατική κοινωνία δεν υπήρχε ανάγκη σχηματισμού θηλυκών σε πολλά ουσιαστικά, δεδομένου ότι όλες οι εκφάνσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής ήταν υπόθεση αντρική, οι γυναίκες ήταν αποκλεισμένες από την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή, περιορισμένες στη φροντίδα του οίκου, την τεκνοποιία και την ανατροφή των παιδιών (με φωτεινή εξαίρεση τις γυναίκες της μινωικής Κρήτης, της Λέσβου και της Σπάρτης)· σήμερα όμως που η Ελληνίδα έχει δυναμική παρουσία στη νεοελληνική κοινωνία είναι καιρός να διεκδικήσει πλήρη γλωσσικό αυτοπροσδιορισμό και χειραφέτηση έκφρασης, μη αρκούμενη στην αντικατάσταση του γραμματικού άρθρου από όμικρον σε ήτα.
Ο αείμνηστος πανεπιστημιακός καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς (1906 ‒ 2014), με τον οποίο είχα ευτυχή γνωριμία από το 1985 και δημιουργική λεξικογραφική συνεργασία ως το 1991 στη Θεσσαλονίκη, σε σύγγραμμά του σημειώνει ότι οι γλώσσες δεν μένουν ποτέ καθαυτό στάσιμες· όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, εξελίσσονται και μάλιστα με γοργότερο ρυθμό έως την εποχή που αποτυπώνονται σε γραπτά κείμενα. Αυτό συμβαίνει γιατί η καθιερωμένη εκάστοτε γραπτή μορφή μιας γλώσσας επηρεάζει ποικιλότροπα τη ζωντανή της μορφή με τρόπο άλλοτε ευνοϊκό και άλλοτε δυσμενή για την προφορική γλώσσα. Η σωστά οργανωμένη γραπτή γλώσσα επηρεάζει θετικά την αντίστοιχη ζωντανή της μορφή, ενώ αντίθετα μια γλώσσα γραπτή που δεν βασίζεται στη ζωντανή έκφραση επηρεάζει αρνητικά την προφορική μορφή της. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της δικής μας καθαρεύουσας που με τον άμετρο αρχαϊσμό που τη χαρακτήριζε, με τη μεγάλη απόσταση που τη χώριζε από την κοινή γλώσσα, δημιουργούσε σύγχυση και αλλοίωνε προς το αλλοπρόσαλλο την ομιλούμενη γλώσσα. Οι γλώσσες προάγονται με τη σωστή διδασκαλία, αν αυτή ασκείται με συγκεκριμένο σκοπό και ανάλογα με το βαθμό σεβασμού που αντικρίζουν τη γλώσσα όσοι τη μιλούν και τη γράφουν. Με άλλα λόγια, η γλώσσα μας η σημερινή χρειάζεται τη φροντίδα μας, για να σταθεροποιηθεί όσο γίνεται συντομότερα, για να πάρει μορφή όσο γίνεται ζωντανή, πλούσια και «καλλιεπημένη». Όσο παρατείνεται η γλωσσική σύγχυση με τις υπερβολές ορισμένων, με την αδιαλλαξία άλλων, με την αμέλεια και την άγνοια πολλών από μας, υπάρχει το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε αλλοπρόσαλλα γλωσσικά κατασκευάσματα που υποβαθμίζουν τη γλώσσα μας [= «Τα πεντάλεπτά μου στην ΕΡΤ και άλλα γλωσσικά»].
Ένα τέτοιο αλλοπρόσαλλο γλωσσικό κατασκεύασμα διάβασα πριν από λίγο καιρό σε υπότιτλους ξένης τηλεοπτικής σειράς: «η δικαστίς» (άραγε, οι υπεύθυνοι υποτιτλισμού πώς φαντάζονται τη γενική: «της ...»;). Επειδή η γλώσσα πολλών τείνει να γίνει ... «γιωταχί» ‒μολονότι δεν είναι όλοι ειδικοί στα γλωσσικά‒ και δεν είναι βέβαιο ότι στο εγγύς ή απώτερο μέλλον θα αποφύγουμε ανάλογα γλωσσικά τερατουργήματα του τύπου: «η μαθητίς, φοιτητίς, εκπαιδευτίς», αποφάσισα ‒έχοντας κατά νου ότι «όταν ένας λαός χάσει τη γλώσσα του, χάνει και την ψυχή του» και αντλώντας στοιχεία από γλωσσολογικά δημοσιεύματα του κατεξοχήν επαΐοντος Εμμ. Κριαρά‒ να ασχοληθώ λίγο με το θέμα και «ὁ ἔχων (ἡ ἔχουσα) ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω» ...
Ο σπουδαίος εκπαιδευτικός μεταρρυθμιστής Μανόλης Τριανταφυλλίδης με τη μετριοπαθή «Νεοελληνική Γραμματική» του ‒που αποτέλεσε τη βάση της σχολικής γραμματικής επί δεκαετίες‒ έβαλε τάξη στη γλωσσική αναρχία περιορίζοντας στο ελάχιστο ακρότητες και υπερβολές που μας κληροδότησε η επίπλαστη καθαρεύουσα των προηγούμενων αιώνων. Παρότι υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες ορθογραφικές και διλήμματα εκφραστικά που απαιτούν επίλυση και συμφωνία των γλωσσολόγων, εκτιμώ ότι με επιστημονική νηφαλιότητα, αγάπη στη ζωντανή γλώσσα και σεβασμό στο γλωσσικό αίσθημα κάποια στιγμή θα απαντηθούν και αυτά (όπως σε άλλες γλώσσες), ας είμαστε αισιόδοξοι.
Η πλουσιότατη γλώσσα μας με τη μακραίωνη ιστορία της και τη συνεχή παρουσία της έχει δώσει πολλές φορές λύση σε γλωσσικά προβλήματα που ανακύπτουν· απόδειξη το θηλυκό του ουσιαστικού «ο δικαστής»: από τα ελληνιστικά χρόνια κιόλας μαρτυρείται σε κείμενο του Λουκιανού η λέξη: «δικάστρια» (σαν να προήλθε από γραπτό Νεοέλληνα δημοτικιστή). Μπορούμε λοιπόν να χρησιμοποιούμε αυτήν (ή την πιο λαϊκή: «η δικαστίνα») αντί των αστήρικτων τύπων «η (κυρία) δικαστής», «η ιατροδικαστής» και του καινοφανούς «η δικαστίς» που αμαυρώνουν τη νεοελληνική γραμματική· εξάλλου, χρησιμοποιούμε καθημερινά ανάλογα θηλυκά προερχόμενα από ρήματα σε -άζω (όπως το «δικάζω»), λ.χ. Η Μαρία είναι εξετάστρια, μεταφράστρια, γυμνάστρια, ενοικιάστρια, σχεδιάστρια, αγοράστρια, θαυμάστρια.
- Σχετικά με άλλα θηλυκά ουσιαστικών που τελειώνουν σε «-ης, -ής», σωστά λέμε και γράφουμε: «Η κυρία Βασιλείου είναι ποιήτρια, ομιλήτρια, επιμελήτρια, εισηγήτρια, αφηγήτρια, υφηγήτρια, ανταποκρίτρια, κρίτρια, (αναπληρώτρια) διευθύντρια, διοικήτρια, νικήτρια, συλλέκτρια, συντάκτρια, εγγυήτρια, διακοσμήτρια, αθλήτρια, εκφωνήτρια, παίκτρια, ιδιοκτήτρια, ερευνήτρια, υποκρίτρια, τηλεθεάτρια, ακροάτρια, δανείστρια, δράστρια, δωρήτρια, δωρολήπτρια, επενδύτρια, επιθεωρήτρια, συντηρήτρια, ιδρύτρια, οφειλέτρια, καταναλώτρια, λογίστρια, μηνύτρια, οργανώτρια, φροντίστρια, (συν)εργάτρια (και συν-εργάτισσα), (συν)επιβάτρια (και συν-επιβάτισσα), επιστάτρια (και επιστάτισσα), σκηνοθέτρια (και σκηνοθέτισσα), καλλιτέχνισσα».
- Ως προς θηλυκά ουσιαστικών που τελειώνουν σε «-τής» και προέρχονται από ρήματα σε «-εύω, -εύομαι», ορθότατα λέμε και γράφουμε: «Η Ελένη είναι χορεύτρια, νοσηλεύτρια, προμηθεύτρια, εκπαιδεύτρια, ερμηνεύτρια, θεραπεύτρια, ιππεύτρια, ανιχνεύτρια, ταξιδεύτρ(ι)α»· γιατί λοιπόν δεν λέμε και «πολιτεύτρια, βουλεύτρια, ευρωβουλεύτρια» (ή τα λαϊκότερα: «βουλευτίνα, ευρωβουλευτίνα») επιμένοντας πεισματικά στα ευτράπελα γλωσσικά μορφώματα: «η πολιτευτής, η βουλευτής, η ευρωβουλευτής» (με αδιανόητες γενικές: «της πολιτευτού, της βουλευτού, της βουλευτή» ...) που δηλώνουν ασυγχώρητη άγνοια της νεοελληνικής γλώσσας και δείχνουν ασυνέπεια σε ό,τι αφορά το γραμματικό και κλιτικό σύστημα της γλώσσας μας, καθώς αποδεικνύεται ότι ακολουθούμε δύο μέτρα και δύο σταθμά; Όταν λέμε: «Η βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος κυρία Ανδρέου» αντί του ορθού: «Η βουλεύτρια (ή «βουλευτίνα») του κυβερνώντος κόμματος ...», είναι το ίδιο με το να λέμε: «η Κατερίνα είναι ... μαθητής», «η κόρη μου είναι ... φοιτητής». Γιατί συνεχίζουμε αυτή τη σόλοικη αστειότητα;
- Σε ό,τι αφορά θηλυκά αρσενικών σε «-έας» («γραμματέας», «συγγραφέας», «εισαγγελέας»), η ιστορία της γλώσσας μας ‒πάλι πριν από δεκαετίες‒ έχει απαντήσει στο ψευτοδίλημμα· ας σημειωθεί ότι θηλυκά σε -έας και -ιάς δεν υπήρξαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, η κανονική για τα θηλυκά κατάληξη -ισσα έχει μακρά ιστορία· πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην παλαιά ιωνική διάλεκτο, από εκεί συνέχισε στην κοινή γλώσσα των ελληνιστικών χρόνων (τύποι: κνάφισσα, γνάφισσα {= αυτή που λευκαίνει τα ρούχα} μαρτυρούνται σε παπύρους του 2ου και του 6ου αι. μ.Χ.) και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στα βυζαντινά χρόνια: ρήγισσα, δούκισσα, πρεσβυτέρισσα, διακόνισσα, στρατήγισσα. Επιπροσθέτως, πέρασε από την ελληνική στη μεσαιωνική λατινική δίνοντας στις σημερινές νεολατινικές γλώσσες τις καταλήξεις -esse στη γαλλική (duchesse), -essa στην ιταλική (professoressa), κλπ. Στη νεοελληνική από το 1918 μαρτυρούνται: λούστρισσα, εισπρακτόρισσα, σερβιτόρισσα. Σε κείμενα του 1829 και του 1830 μαρτυρείται ο τύπος «γραμμάτισσα» ως θηλυκό του ουσιαστικού «ο γραμματέας», που θα μπορούσε κάλλιστα να αντικαταστήσει τους ανελλήνιστους τύπους: «η γραμματέα», «της γραμματέας» ή «η γραμματέας», «της γραμματέα»!
- Ως προς το θηλυκό του ουσιαστικού «ο συγγραφέας», ο επαρκέστατος γνώστης της ελληνικής γλώσσας Γρηγόριος Ξενόπουλος αρκετές δεκαετίες πριν χρησιμοποιούσε τον τύπο: «η συγγράφισσα» ‒ο οποίος θα μπορούσε θαυμάσια να εκτοπίσει τους βάρβαρους τύπους: «η συγγραφέας, της συγγραφέα, η συγγραφέα, της συγγραφέας, της συγγραφέως» που τείνουν να καθιερωθούν, μολονότι παραβιάζουν σκανδαλωδώς τους κανόνες της νεοελληνικής‒ κατʼ αναλογία προς άλλα θηλυκά που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα και σχηματίζονται σε «-ισσα» (κάποια από αρχαία αρσενικά σε «-εύς», όπως «ο συγγραφεύς»): βασιλεύς, βασιλέας - βασίλισσα (ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια αντικατέστησε τον τύπο: «βασιλίς»), φονεύς, φονιάς - φόνισσα (μπορούμε να φανταστούμε κάποιον να λέει «Η Φονέας» ή «Η Φονιάς» του Παπαδιαμάντη αντί «Η Φόνισσα»;), αρχόντισσα, διμοιρίτισσα, πρακτόρισσα, (Αμερικανίδα) διπλωμάτισσα, καταστηματάρχισσα, γυμνασιάρχισσα, λυκειάρχισσα, πατριώτισσα (συμπατριώτισσα), πολίτισσα (συμπολίτισσα), προσφύγισσα, βιβλιοπώλισσα, λάτρισσα (βιβλιολάτρισσα, φυσιολάτρισσα)· συνεπώς, και εισαγγέλισσα, επιστημόνισσα (οι τύποι: «η εισαγγελεύς, της εισαγγελέως», «η επιστήμων, της επιστήμονος» διαστρέφουν τους γραμματικούς κανόνες της δημοτικής, δεν ανήκουν στο κλιτικό σύστημα της νεοελληνικής, μας πισωγυρίζουν στον αλήστου μνήμης λογιοτατισμό), ταμίισσα (οι τύποι: «η ταμίας, της ταμία ή της ταμίου» είναι τραγελαφικοί και σπιλώνουν το γλωσσικό αίσθημα), πρωτοδίκισσα, ειρηνοδίκισσα, κοσμητόρισσα, πρυτάνισσα (όπως σωστά ζητούσε να αποκαλείται κυρία με αυτή την ιδιότητα προ ετών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου). Μπορεί το μάτι και το αφτί μας αρχικά να παραξενεύονται, με τον καιρό όμως συνηθίζουν· το λεξιλόγιο σε καμιά γλώσσα δεν περιχαρακώνεται αλλά πλουτίζεται και αυξάνεται διαρκώς. Η λέξη «διαδίκτυο» δεν μας ξένισε αρχικά, ώσπου εύστοχα να εξοβελίσει (ελπίζω διαπαντός από ελληνόγλωσσους χρήστες) το ξενικό «ίντερνετ»;
- Σε μια μόνο περίπτωση τα αρσενικά και τα θηλυκά διαθέτουν ίδιο γραμματικό τύπο· όσα τελειώνουν σε -ος: η δικηγόρος, υπουργός, ηθοποιός, οδηγός, υπάλληλος, εκπρόσωπος, πρόεδρος, ξενοδόχος, συνάδελφος, γιατρός και άλλα ανάλογα. Για ορισμένα από αυτά χρησιμοποιούνται ήδη παράλληλοι λαϊκότεροι τύποι γνήσια δημοτικοί: η δικηγορίνα, προεδρίνα, γιατρίνα, υπουργίνα (ο Αλέξανδρος Σούτσος από τον 19ο αι. τον προτιμούσε), ξενοδόχισσα, συναδέλφισσα. Τα ουσιαστικά αυτά έγιναν δεκτά στη νέα γλώσσα μας, επειδή από παλαιότερα είχαν γίνει επίσης δεκτά και θηλυκά σε -ος, όπως: η εγκύκλιος, πάροδος, πρόοδος (με σχεδόν αναλλοίωτο το αρχαίο κλιτικό σύστημά τους: της εγκυκλίου, οι εγκύκλιοι, των εγκυκλίων, τις εγκυκλίους). Η γραπτή γλώσσα μας δηλαδή έκανε έναν αναγκαστικό, όμως επιτρεπόμενο συμβιβασμό.
Συμπέρασμα: Ο Λουκιανός, ο Ξενόπουλος, ο Κριαράς κάτι περισσότερο από όλους εμάς ήξεραν. Ας τους μιμηθούμε! Πρώτες οι γυναίκες ‒αφού νιώσουν την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού του φύλου τους δίχως «υποσημειώσεις» και ενστερνιστούν τις προτεινόμενες γλωσσικές επιλογές‒ θα τις επιβάλουν και στους άντρες, όπως εξαίρετα τις προτρέπει (για άλωση και άλλων «απόρθητων κάστρων») ο Κωστής Παλαμάς στα «Σατιρικά Γυμνάσματα»:
Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις
το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,
Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας είνʼ όμορφα, μια για πάντα θάψε ...