× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

«Αντε ρε έβα», «Ευοί ευάν»… Με τους κουδουνάδες του Μεσοτόπου

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ Δημοσίευση 7/3/2019

«Αντε ρε έβα», «Ευοί ευάν»… Με τους κουδουνάδες του Μεσοτόπου

«Λατινικού γλεντιού, ηδονής ελληνικής μητέρα,
Λέσβο, όπου τα πολλά φιλιά με λίγωμα ή χαρά,
Ήλοι στη θέρμη, στη δροσιά χειμωνικά, τη μέρα,
Τη νύχτα σου τη δοξαστή στολίζουνε λαμπρά
Λατινικού γλεντιού, ηδονής ελληνικής μητέρα
Λέσβο, μ’ αμέτρητα φιλιά σαν καταρράχτες πούνε
Και μες σε βάραθρ’ άπατα κυλούνε μ’ αφοβιά
Και τρέχουν μ’ αναφυλλητά και γάργαρα ξεσπούνε»

Με ένα παιδί της ανυπομονησίας του Αντώνη Πρωτοπάτση, τα ποιήματα του Μπωντλαίρ «Άνθη του κακού» μεταφρασμένα από το «κακό» παιδί της Λεσβιακής Άνοιξης τυπωμένα το Γενάρη του 1944, στο δρόμο για τη δυτική Λεσβιακή Ερεσία γη. Χωρίς όρους τώρα πια ετούτη η γη, πάντα όμως πιστή σύμμαχος της Μυτιλήνης, πάντα παρά τη γειτονία της με τη Μήθυμνα, τολμηρή ως οφείλει στους που έθρεψε.
Άγρια γη, παιδί ενός θυμωμένου ηφαίστειου, ερωτική κι αιρετική συνάμα, μοναδικά σε όλο το νησί φιλόξενη με παιδιά που θαρρείς είναι σπαρμένα απάνω της, κομμάτια ετούτης της γης λες πως είναι οι άνθρωποι της…
«Φουρτουνισμένα, μυστικά, μυρμηδιστά, βαθειά
Λέσβο με αμέτρητα φιλιά σαν καταρράχτες πούνε!
Λέσβο, όπου οι Φρύνες τρυφερά η μια την άλλη κράζουν,
Όπου χωρίς αντίλαλο δε μένει ο στεναγμός,
Όσο την Πάφο τ’ ουρανού τ’ αστέρια σε θαμάζουν
Κ’ η Αφροδίτη ζούλεψε τη δόξα της Σαπφώς!»

Ένας κόκκινος τραχίτης να σε συνοδεύει σε όλη τη διαδρομή από τη μια και την άλλη μεριά του δρόμου, τα νερά να μη χωνεύονται, άγριος κι ο χειμώνας καιρός σε ετούτη τη γειτονιά, Μάρτης Σαρακοστιανός - «να δεις που όπου νάναι θα ξαναγεννηθούν τα πάντα» - Μάρτης παλουκοκάφτης κι ένα κρινάκι φυτρωμένο σε ένα βράχο. Ο Μεσότοπος…

Μελετάς εσύ ο που θα δεις το θάμα, ορθολογιστής ως οφείλεις στον αιώνα σου, να καταλάβεις ποθείς το πώς και το γιατί. «Το πιο άγριο μασκάρεμα ήταν οι κουδουνοφορτωμένοι αράπηδες, βαμμένοι με καπνιά του φούρνου ανακατεμένη με λάδι, που τους έκανε να γυαλίζουν και να φαίνονται πιο άγριοι ακόμα. Μόνο τα δόντια τους ξεχώριζαν άσπρα, και τα μάτια τους. Αρματωμένοι με κουδούνια, τα τσομπάνικα των προβάτων, στη μέση, στο στήθος, στα χέρια, στο λαιμό, στα γόνατα και με μια κουτσκούδα, ρόπαλο που η μια άκρη ήταν η λαβή και η άλλη ένας χοντρός ρόζος από σταύρωμα κλαδιών. Χτυπούσαν την κουτσκούδα στη γη, κουνιόταν και χοροπηδούσαν, δημιουργώντας εκκωφαντικό θόρυβο. Απαραίτητη η εμφάνιση τους, σα να μη γινόταν Αποκριές, χωρίς αράπηδες.
Έμπαιναν στα σπίτια πάντα βιαστικοί: ‘Κοκκώνα, κοκκώνα να μπαίνει; ...Άντε να κερνάει και να φεύγει’» διαβάζεις στο βιβλίο του Πάνου Κοντέλλη «…ο κόσμος ο μικρός…».

Αργός σταθερός ο ήχος των κουδουνιών, συντονισμένος θαρρείς από έναν αόρατο μαέστρο που κυλλά τους αγριεμένους ετούτους απόγονους των Κυκλώπων από τα σοκάκια του Μεσότοπου. Αργός κι απαιτητικός προς έναν άγνωστο επουράνιο, γήϊνο ή του κάτω κόσμου Θεό κι ο ήχος της κουτσκούδας που τσακίζει το κακό. Αυθάδεις ως οφείλουν στον τόπο τους και στη ρίζα τους. Οι μαύροι απαιτούν: «Βαρ(α) κουτσκούδα μ’ βάρ(α). Σα δε μας τσιράσ’ η νύφ’ θη χαλάσουμι του σπίκ(ι)».

Σου θυμίζει τίποτα ετούτος ο χορός; Οι κουδουνάδες της Σκύρου, της δυτικής Μακεδονίας μήπως; Όχι… Τραβάς αντίθετα. Κατά την Ανατολή.
«Οι Μεσοτοπίτες, γράφει ο σύμβουλος σου στο ταξίδι ετούτο Πάνος Κοντέλλης, πηγαινοέρχονταν στη Σμύρνη, είχαν δει Τούρκους Κονιαλήδες (από το Ικόνιο) να χορεύουν άγρια, δερβίσικα. Όσοι δεν το είχαν δει το είχαν ακουστά. Τις αποκριές λοιπόν, χωριζόταν μια παρέα σε δυο ομάδες. Η μια με ελληνοφορεμένους και η άλλη με αράπηδες κουδουνοφόρους που παρίσταναν τους Κονιαλήδες Τούρκους. Οι ελληνοφορεμένοι, χτυπώντας παλαμάκια, παρότρυναν τους Κονιαλήδες κουδουνοφόρους και τους διεγείρανε να χορεύουν κονιαλήδικα τραγουδώντας με στραπατσαρισμένα τούρκικα».

Ποια κοινωνική διαφορά και ποιος φόβος στο υπερφυσικό, και πώς να εξαγνίσεις και να εντάξεις στο καθημερινό το αρχέγονο μαγικό; Καλά το χειμερινό ηλιοστάσιο έγινε Χριστούγεννα. Κι η εαρινή ισημερία έγινε Πάσχα. Η αρχαία μαγεία όμως; Πώς να ξεριζωθεί ετούτη; Να ενταχτεί το λοιπόν σα γιορτή πριν τη Σαρακοστή. Αφού δεν μπορείς να την αποφύγεις να την καθάρεις τουλάχιστον…

«Ω Λέσβο, γης με τις θερμές νυχτιές τις λαγγεμένες,
Ξέχνα το γέρο Πλάτωνα και το στρυφνό του μάτι
Για τα φιλιά τ’ ακράτητα συχώρεση θα βρεις,
Ρήγισσα με γλυκειά αφεντιά, χώρα τιμή γεμάτη,
Και για την ανεξάντλητην εκζήτηση ηδονής.
Ξέχνα το γέρο Πλάτωνα και το στρυφνό του μάτι.
Θε νάβρεις τη συχώρεση στην αιώνια την παιδεία
Που τις φιλόδοξες καρδιές άπαυτα τυραννεί
Καθώς μακρυά μας σέρνει τες χαμόγελου η μαγεία
Που τους το μισοδείξανε ξένοι νοητοί ουρανοί
Θε νάβρεις τη συχώρεση στην αιώνια την παιδεία!
Ποιος Θεός, ω Λέσβο, απόκοτος θα πει να σε δικάσει
Και νάβρει κρίμα στ’ ώριο σου μέτωπο, το χλωμό,
Με τη χρυσή του ζυγαριά τα δάκρυα ά δε ζυγιάσει
Πού οι ποταμοί σου στο γιαλό χύνουν κατακλυσμό;
Ποιος Θεός ω Λέσβο, απόκοτος θα σε καταδικάσει;
Τι έχουν να κάνουν μετά μας δίκηου κι αδίκου οι νόμοι;
Παρθένες μεγαλόκαρδες, τ’ Αρχιπελάου τιμή;
Λατρεία αξιοσέβαστη, πιστή κρατάτε γνώμη,
Δε σκιάζουνε τον έρωτα Κόλαση κι Ουρανοί!»
Με γνώση υποσυνείδητη της καταγωγής τους, παιδιά του πρώτου οικιστή Μάκαρα και του Θεόφραστου του Ερέσιου οι Μεσοτοπίτες κτηνοτρόφοι στην πλειοψηφία τους και χτιστάδες από τους καλύτερους στον κόσμο. Μα προπάντων φίλοι. Ετούτοι οι άνθρωποι θαρρείς και γεννηθήκαν για να γίνονται φίλοι. «Φίλοι, φίλοι» καταπώς τους εννοούσε ο Καζαντζίδης. Και σα θα βρέξεις τη φιλία ετούτη με ούζο, παιδί οιπνεύματος, γλυκάνισου των βουνών του νησιού και ντόπιου τρεχούμενου νερού, αυτό ήταν και πάει… Η φιλία γίνεται αιώνια. Ετούτη τη φιλία τιμάς παρακολουθώντας τα δρώμενα με τους κουδουνάδες. Τον εξορκισμό του κακού κατά το αρχέγονο, το ξόρκισμα του φόβου, την ελπίδα στο καινούργιο, τη χαρά για τη ζωή, παιδιά όλα ετούτα μιας Αιολικής Άνοιξης που έρχεται.

- «Άντε ρε έβα» η φωνή από τον κουδουνά
- «Ευοί ευάν» η φωνή από τον κρυμμένο κάτω από το τραπέζι σάτυρο
«Της Ψάπφας που ως επάτησε τον όρκο ευθύς εσβύστη
Τότε που τη λατρεία της αρνήστη και, βορά,
Θυσία στερνή, τ’ ασύγκριτο κορμί της εκυλίστη
Σ’ άπονα χέρια βάρβαρα, ποινή και συφορά
Για κείνην που ως επάτησε τον όρκο ευθύς εσβύστη.
Κι από τα τότε η Λέσβο πια παράπονο έχει αρχίσει
Κι αν της προσφέρει ένας ντουνιάς φόρο τιμής τρανό,
Κάθε νυχτιά της τρικυμιάς κραυγή θα τη μεθύσει
Που οι έρμες της ακρογιαλιές ρίχνουν στον ουρανό.
Κι από τα τότε η Λέσβο πια θρήνο βαρύ έχει στήσει!»

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Μυτιλήνη ανοιχτή πόλη

Γράφει ο ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 14/10/2019

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ο άσεμνος θηλασμός!

Γράφει ο ΞΕΝΟΦΩΝ Ε. ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Που καιρός για Δημοκρατία!

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΑΛΗΣ
ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

Ο πόλεμος είναι σκ@τα....

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εκατό μέρες, παρά κάτι (μέρος πρώτο)

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 11/10/2019

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κατάσταση πλήρους απόσυρσης

Γράφει ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό,11/10/2019

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

Όχι αδελφέ μου, δεν θα σε πω φασιστάκο

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΑΣ