× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

«Αιεί δε πυραί νεκύων καίοντο θαμειαί...»

Στον Αϊ Στράτη, στην Τένεδο και στην Ίμβρο. Στα μικρονήσια του βορειανατολικού Αιγαίου Πελάγους

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ Δημοσίευση 20/8/2023

«Αιεί δε πυραί νεκύων καίοντο θαμειαί...»

Καιροί, ματωμένοι καιροί πήραν τους Αγίους και τους Ανθρώπους και τους στείλανε πεσκέσι στην προσφυγιά. 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

- «Και στην ξενιτιά» λες.

Ε... Ίδιο πράμα και τα δυο. Αλάτι στην πληγή στα ζερβά το νιώσιμο του χαμού της βάρκας εκεί στ’ ακρογιάλι. Και το ότι σαν γλύφεις το πανωχείλι σου η αρμύρα δεν έχει πια κάτι από τη θαλασσιά τη θάλασσα της πατρίδας. Κι έτσι, ανήμπορος να κάνεις αλλιώς κάθεσαι στην άκρη της θαλασσόσκαλας. Και τότες, σαν από θάμα μέσα από τον ορίζοντα ανατέλλουν τα μικρονήσια της πατρίδας που έχεις στην καρδιά. Φυλαχτό ενάντια στις φουρτούνες. Κι αποκούμπι της μνήμης σαν θέλει να ησυχάσει η ψυχή. 

Τα Άγια μικρονήσια. Ο Αϊ Στράτης, η Τένεδος, κι ίσια κατά πάνω η Ίμβρος. Μονάχη αυτή κάνει παρέα στα δυο πρώτα. Πάει καιρός που χώρισε από τις αδερφάδες της. Τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη... Οι ψυχές που πια μένουν απά σε τούτο τον τόπο μοναχά με τις ψυχές τ’ Αϊ Στράτη και της Τένεδος ταιριάζουν. Όλες κι όλες καμία πεντακοσαριά ψυχές. 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Οι τελευταίοι του Βυζάντιου κυρ Αρχάγγελε...» 

Οι τελευταίοι...

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Αϊ Στράτης, είναι το πρώτο νησί που σκάει μπροστά σου σαν αφήνεις το νησί του κυρ Αλέξανδρου. Μικρό μια σταλιά, αναρωτιέσαι πώς το βρήκαν -πριν χρόνια - στο χάρτη οι θεριστάδες. 

«Πάντα οι θεριστάδες τέτοιους τόπους έβρισκαν» αποκρίνεσαι μονάχος σου. 

Ο Αϊ Στράτης με τους λιγοστούς γαντζωμένους στα βράχια. Θυμάσαι πριν χρόνια; Είχες πάει με μια παρέα μεγάλους και τρανούς να είσαι λέει κι εσύ παρών στη γιορτή για την απελευθέρωση από το «Αβέρωφ», το «Μπάρμπα Γιώργο» σαν που το λένε ακόμα οι λιγοστοί που ανασαίνουν στη μνήμη της δόξας του. 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ήταν δεν ήταν 15 με 20 τα παιδιά, όλα κι όλα τα παιδιά που θα κρατήσουν ζωντανό το όνειρο. Μαθητές της πρώτης τάξης ίσαμε της τελευταίας του Λύκειου. Και έκαναν παρέλαση με τη σημαία, και καταθέσαν και στεφάνι στο ηρώο, και στη μνήμη του χαμένου Ανθυποσμηναγού του Αιγαίου. Θυμάσαι; Πέρασαν και δυο αεροπλάνα κείνη την ώρα κι ένοιωσες το κούτελο σου να παγώνει από τον αγέρα που σηκώσαν...

Ο Αϊ Στράτης, τόπος εξορίας, τόπος πόνου, τόπος μοναξιάς του Ρωμαίικου, τόπος χτυπημένος ακόμα κι από τη μοίρα της φύσης.

Τα σπίτια που γλυτώσαν από τον έρμο τον Εγκέλαδο λιγοστά, όλα τ’ άλλα κουτιά μπετονένια με άμμο θαλάσσης πούφτιαξεν η Χούντα γι’ αυτούς που θα μένανε και μετά το σεισμό. Μπετονένια σαν την αποβάθρα που φτιάχτηκε μόλις στις αρχές τούτης της δεκαετίας, ως τότε με βάρκα από τα αρόδο καράβια κατέβαινες στο νησί, μπετονένια σαν τα μυαλά των όσων ορκίζονται κάθε λίγο στην πατρίδα, στην καρδιά της, τα νησιά, σε όσους λησμονούν τούτα τα μικρονήσι. Που περιμένουν σαν τη Μαράσλειο Σχολή των πάλαι ποτέ 500 μαθητών απά’ στο βράχο, τη σωτηρία τους. Ένα τόσο δα νεύμα από το Μέσον του Ρωμαίικου. Το Μέσον κι ουχί το κέντρον. Τα κέντρα σε τούτο τον τόπο γεννήθηκαν μετά το πάρσιμο της επτάπυλης της Θήβας...

Και το πάρσιμο της βασιλεύουσας...

Το ξέρετε δα. Η Πόλη δεν έπεσε τότε που όλοι λένε... Η Πόλη πάρθηκεν τώρα στους δικούς μας καιρούς. Και δεν μαρμάρωσε στο άκουσμα της πτώσης κανένας βασιλιάς. Και καμιά Παναγιά δεν δάκρυσε στο άκουσμα του αχού πούβγαινε από το λαό Της.

«Σώπασε κυρα Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά σου θάναι...» 

Μα τι λες; Για ποιάν Πόλη μαρτυράς;

Σκύβεις το κεφάλι, το αεροπλάνο από την Αθήνα του Ελληνισμού στη Μακεδονία, περνά δίπλα, ναι... ναι... ναι δίπλα είναι, στην Τένεδο της Ρωμιοσύνης... 

«Σαν σας θέλαμε δεν σας είχαμε δίπλα μας...» Ο γέροντας με τα γαλάζια μάτια και το άσπρο χοντρό μουστάκι. Στην Τένεδος. Σκύβεις το κεφάλι. Μα γιατί ντρέπεσαι εσύ; Εσύ σε τελική ανάλυση δεν φταις για τίποτα... Όλα γίναν χωρίς να σε ρωτήσουν. Κι η Παναγιά ακόμα κι αυτή που την άφησαν με μόλις 30 χριστιανούς, κι αυτή η κακομοίρα δεν σου κακιώνει... Βλέπεις στο τέμπλο εκεί στη Χώρα, την ώρα που ψέλνει ο παπα Στρατής από την Ίμβρος που τον στείλαν να πράττει τα κατά πως πρέπει στο στερνό το ξόδι, κι έφτασεν να λέει «με ξεχάσαν και μένα μαζί με τούτους γιε μου». Βλέπεις; Η κυρα Δέσποινα σου χαμογελά. Κι η πλάση ολάκερη η υπόλοιπη σου χαμογελά. Και τ’ αγκάθια εκεί στο χορταριασμένο το κοιμητήρι σου χαμογελούν. 

«Εδώ γονάτισε ο Βαρθολομαίος κι έκανε τρισάγιο για όλους τους που πέθαναν και καταγόταν από το νησί...».

Για όλους τους Αιολείς; Από την εποχή της «Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού τε και Τενέδου». Τότες που τα καράβια φορτωμένα γλυκό κρασί της μητροπολιτικής Αιολικής γης σκαρφαλώναν στο Σίγειο και κάνανε στάση στο νησί που «κατοικιέται και δαύτο από εμάς». Τα ξαδέρφια μας κι νύφες κι οι γαμπροί μας μένουν εδώ. Φτιάχνουν για να πούμε την αλήθεια καλύτερο κρασί από εμάς αλλά είναι επειδή το χτύπησε και τούτο τον τόπο με τον κεραυνό του  Ήφαιστος. Δαύτος είναι ο λόγος του καλού κρασιού.

Η Τένεδος. Στα σοκάκια της πια ακούς σπάνια τη γλώσσα των αγγέλων. Και σαν ξεδιψάς με άσπρο κρασί από τ’ αμπέλια της απέναντι σου έχεις τρεις Τουρκάλες όμορφες να σου μιλούν για την επανάσταση που έρχεται. 

«Επανάσταση, ποια επανάσταση;»

Στην πλατεία για μιαν ακόμα φορά σαν και στον Πενταδάκτυλο, βλέπεις το σύνθημα. «Τι περήφανος να λες πως είσαι Τούρκος». Να λες. Όχι να είσαι. Τι είναι εξάλλου Τούρκικο σε τούτο το χωμάτινο το λόφο μέσα στην αγκαλιά της θάλασσας της Τρωάδας. Τι είναι η επανάσταση που έρχεται για τους τελευταίους 30 της Τένεδος;

Είναι λες το όνειρο που εκδικιέται. Μα μπορούν να εκδικηθούν τα όνειρα;

Σκαρφαλώνεις πάνω στα ντουβάρια του Γατελούζικου του κάστρου της Χώρας. Στην κορφή του τείχους ένας φαντάρος, σκοπός είναι, ξυρίζεται κοιτώντας μη κοπεί, σε ένα κομμάτι καθρέφτη στηριγμένο σ’ ένα μάρμαρο με το οικόσημο της πόλης. Δεύτερη χρήση. Αδιαφορείς για τον Τούρκο που ξυρίζεται. «Νόστι...» προλαβαίνεις να διακρίνεις στο μάρμαρο. Στο μάρμαρο της Τένεδος. 

Κομμένη η επιγραφή, κομμένο το μάρμαρο, κομμένη κι η ανάσα σου.
Ο Τούρκος σου προτείνει το όπλο.

Κάτι σου λέει...

«Νόστιμον ήμαρ» του λες πάνω στο κάστρο το Τενεδιό. Στο νησί που όσο κι αν επιμένουν να το λένε «Μποστζέαντα» εσύ το ξέρεις Τένεδο. 

«Τένεδος» λες του φαντάρου που ναι, κόπηκε με το ξυράφι κατά πως τραβήχτηκε για να σε διώξει από το κάστρο.

«Τένεδος» τους  λες.

Γουρλώνει τα μάτια του, σε κοιτά παραξενεμένος... 

«Τένεδος» επαναλαμβάνεις, κι οι Αιολείς που ξανοίχτηκαν από το Σίγειο γυρνώντας στη Μυτιλάνα - εκεί ανάμεσα στο νησί και τη Μήθυμνα βρίσκονται - σου κούνησαν το μαντήλι που ‘χαν από τα πριν ξεπλύνει στη θάλασσα που ακόμα γυρίζει σαν την άδικη κατάρα ο Οδυσσέας.

«Γεια σου πατριώτη» άκουσες.

«Γεια σας και σας...» απάντησες.

Κι ο Τούρκος στρατιώτης με το μάγουλο ματωμένο και γιομάτο αφρούς με τ’ όπλο στα χέρια και το καθρεφτάκι στο μάρμαρο που φώναζε για το «νόστιμον ήμαρ» να σε κοιτά τρομαγμένος.

Νιώθεις νικητής στην Τένεδο. Νικά ο τόπος, η πράξη σου επιβάλλεται στο χώρο. Και δεν σκύβεις το κεφάλι. 

«Φύγαμε κατά πως θέλαμε. Όχι όταν θέλαμε μα τουλάχιστον κατά πως το θέλαμε...»

Γιατί στον άλλο τον τόπο τα πράματα δεν είναι έτσι...

Στην Ίμβρο πονάς. Και δεν πονάς για το πού ‘χασες μα για το πως τάχασες όλα. Και τόπο και πατρίδες κι ανθρώπους...

Είναι μοναχά δυο τρία γαλάζια μάτια σαν του Τρύφωνα και της Σμαράγδας, απάνου στο Γλυκύ. Ή σαν τη γιαγιά της Φωστήρα - να ζεις άραγε γιαγιά Φωστήρα; - στα Αγρίδια. Ή σαν τον παππούλη στο Σχοινούδι. Χειμώνας καιρός στην Ίμβρο με τον επιτάφιο στην Αγιά Μαρίνα του Σχοινουδιού ακόμα στολισμένο. Κάτι ξερές δάφνες και μια ραβδωτή κολώνα στο εκκλησάκι του Αϊ Νικόλα στο λιμάνι του Κάστρου. Πλάι σε μια σαρκοφάγο που ‘γινε κατά πως το συνήθιζαν όσοι δεν φοβόντουσαν το θάνατο βρύση ζωής με νερό τρεχούμενο από τα νερά του νησιού που λένε πως συγκοινωνούν με το Σαμοθρακιώτικο το Σάος και το Άγιο Βουνό, την Ίδη απά στην οποία καθόταν ο Δίας κι έκανε χάζι το χαμό του Ίλιου μαζί με την παρέα του την υπόλοιπη.

Ποιος Θεός να χάζευε σαν άρχισε το «πρόγραμμα ερήμωσης» δεν ξέρει κανείς. Ξέρεις μοναχά τη κραυγή του κυρ Νίκου που τον πιάσαν οι δικοί μας οι φαντάροι στη Λήμνο σαν έφυγε με ένα καΐκι «για την πατρίδα». Και κόντεψε να πεθάνει σαν του είπαν πως «θα γυρίσεις πίσω γιατί δεν έχεις μαζί σου Τούρκικο διαβατήριο».

Ξέρεις και τη θλίψη στα μάτια ολονών. Και τη γεύση από το μοναδικό κρασί που ‘χε θαμένος ο γέροντας στους Αγίους Θεοδώρους. Κουρμπάνι για την επιστροφή του γιου που ‘φυγε διωγμένος από το μαχαίρι στα χρόνια του ’60. Μα που ακόμα δεν γύρισε.

«Πιείτε το εσείς παιδιά μου. Χαρά σαν και δαύτη, τόσα Ρωμιόπουλα στο χωριό έχουμε να δούμε τριάντα χρόνια. Πιείτε το στην υγεία όλων των ξενιτεμένων».

Και το ήπιαμε. Κρασί, αίμα από το αίμα της Ίμβρου. Σαν τα μάρμαρα που ξεφυτρώνουν από τη γης της. Σαν τα νεκροκέφαλα εκεί στο κοιμητήρι τ’ Άγιου Ανδρέα στο Κάστρο. Σαν τα άλλα τα νεκροκέφαλα στο Σχοινούδι. Τα εκατοντάδες νεκροκέφαλα του Σχοινουδιού, τα σπίτια, που στέκουν μάτια ανοιχτά κι αδειανά τα παράθυρα και στόμα η πόρτα. Σπίτια αδειανά, δρόμοι χορταριασμένοι, ντουβάρια γκρέμια, κι ανθρώποι στο παντού, στο πουθενά...

«Αμαρτίαν ήμαρτεν Ιερουσαλήμ, δια τούτο εις σάλον εγένετο, πάντες οι δοξάζοντες αυτήν εταποίνωσαν αυτήν»...

«Θυμάσαι; Θυμάσαι το σπίτι στο νησί, τη βάρκα στο ακρογυάλι, τις ντομάτες, τις ντομάτες τις θυμάσαι; Μέλι ζάχαρη ήταν σαν και δαύτες δεν ξαναφάγαμε εδώ...»

Εδώ. Σχωράτε με για τούτο το αλάμ ταρλάμ της διήγησης του βίου των νησιών, των μικρονησιών ετούτων που κάποτες ανήκαν λέει όλα μαζί στο Νομό Λέσβου.

Μια βόλτα ήταν, μια βόλτα από παλιά, με θύμησες κρατημένες στα κύτταρα του μυαλού δεκαετίες τώρα, έτσι για να ξορκιστεί το κακό να γυαλίσει το μάγουλο θύμησες βρεμένες. Να τραγουδήσουμε ξανά εκείνον τον παλιό το σκοπό, τον θυμάσαι γέροντα; Το σκοπό εκεί στον καφενέ με τους βρακάδες, το μαγγάλι και τις σαρδέλες, το πακέτο το «Ματσάγγος» και το χταπόδι - ένα κομμάτι όλο κι όλο - στο στόμα του μικρότερου.

Τον θυμάται γέροντα, τον καφενέ ο μικρότερος. Όλα τα θυμάται...

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

«Να εξαναγκάσουμε σε υποχώρηση»

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΒΑΤΣΗΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

«Ανοιξε την πύλη να τους δείρουμε»

4 χρόνια από την «Καράβα», μια αδημοσίευτη μαρτυρία του τότε διοικητή του Στρατοπέδου της Παγανής όπου βρίσκονταν τα ΜΑΤ, Δ. Χατζηχαραλάμπους, Ταξίαρχο ε.α.- Τι έγινε με τον Μουτζούρη και τον πρωθυπουργό;
ΑΝΘΗ ΠΑΖΙΑΝΟΥ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 27/2/2024

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Τελικά υπάρχει στα νησιά μας μειωμένος ΦΠΑ;

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ*
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

Ο Κωστής Καρπόζηλος λέει «Ιστορίες στο Νησί»

Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις του 20ου αιώνα και οι διαδρομές του ελληνικού κομμουνισμού μέσα σ’ αυτές
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κεντροαριστερά όπως μπαίνεις ή όπως βγαίνεις;

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Ταξίαρχος ε.α
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Δρόμοι ηρώων

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ, συγγραφέας, Δρ. Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

Γιόρτασε το «Ν» και η ανεξάρτητη δημοσιογραφία

Στη ζεστή ατμόσφαιρα των Κεντρικών Λυκείων, με την παρουσία φορέων, αυτοδιοικητικών, δημοσιογράφων και φίλων πραγματοποιήθηκε ουσιαστική συζήτηση για τις προκλήσεις της σύγχρονης ενημέρωσης
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ας μιλήσουμε με αριθμούς

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ*
ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

«Τα προβλήματα συνταξιούχων και εργαζομένων είναι κοινά»

Στην εκπομπή ΠΕΚ-τες του Γιάννη Ζαφειρίου, μίλησε η Κατερίνα Καλαρουτάκου, μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Πολιτικών Συνταξιούχων Λέσβου.