
Τη συστηματική επιστημονική διερεύνηση της πιθανής μεταφοράς βιομηχανικών ρύπων από τα απέναντι τουρκικά παράλια προς τη Λέσβο ζητά το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας – Τμήμα Βορειοανατολικού Αιγαίου. Με παρέμβασή του προς τον περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου, το ΤΕΕ ζητά στήριξη και χρηματοδότηση της έρευνας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, προκειμένου οι πρώτες αριθμητικές προσομοιώσεις να συμπληρωθούν με πραγματικές μετρήσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι η μεταφορά δυνητικών ρύπων από τη βιομηχανική περιοχή του Aliağa προς τις ακτές της Λέσβου είναι φυσικά εφικτή, με μέρος τους να μπορεί να φθάσει στο νησί σε περίπου έναν μήνα. Το εύρημα, ωστόσο, δεν αποτελεί απόδειξη ότι υπάρχει πραγματική διασυνοριακή ρύπανση στη Λέσβο, ούτε προσδιορίζει την έκταση μιας ενδεχόμενης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Η πρωτοβουλία του ΤΕΕ αναπτύχθηκε κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, με αλληλογραφία προς εμπλεκόμενους και αρμόδιους φορείς. Στο επίκεντρο βρίσκεται η περιοχή του Aliağa, όπου συγκεντρώνονται διαλυτήρια πλοίων, διυλιστήρια πετρελαίου, πετροχημικές μονάδες, χαλυβουργίες και άλλες βαριές βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Όπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, η περιοχή βρίσκεται περίπου 40 χιλιόμετρα βόρεια της Σμύρνης και σε απόσταση περίπου 35 χιλιομέτρων από τις νοτιοανατολικές ακτές της Λέσβου. Η γειτνίαση αυτή αποτέλεσε αφετηρία για τη διερεύνηση του κατά πόσο ουσίες που συνδέονται με τη βιομηχανική δραστηριότητα μπορούν να μεταφερθούν μέσω των θαλάσσιων ρευμάτων προς το νησί.
Στην πρωτοβουλία ανταποκρίθηκε το Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών της Σχολής Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, προχωρώντας σε μια πρώτη επιστημονική διερεύνηση. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο Πανεπιστήμιο και ακολούθησε στρογγυλή τράπεζα για τα διαθέσιμα δεδομένα, τους περιορισμούς της έρευνας και τα επόμενα βήματα.
Σύμφωνα με το ΤΕΕ, η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία που εξετάστηκε καταγράφει στην περιοχή του Aliağa υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων και οργανικών ρύπων στα νερά, στα ιζήματα και σε θαλάσσιους οργανισμούς. Παράλληλα, περιλαμβάνει ενδείξεις οικολογικής υποβάθμισης και πιθανών επιπτώσεων μέσω της τροφικής αλυσίδας.
Για την ευρύτερη περιοχή της Λέσβου, όμως, δεν υπήρχαν διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία από συστηματικές δειγματοληψίες και αναλύσεις, ώστε να εξαχθούν αντίστοιχα συμπεράσματα. Έτσι, η πρώτη φάση της έρευνας βασίστηκε σε αριθμητικές προσομοιώσεις που κάλυψαν έναν ετήσιο κύκλο.
Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι οι επικρατούσες συνθήκες θαλάσσιας κυκλοφορίας στο Βόρειο Αιγαίο ευνοούν τη δυνητική μεταφορά ρύπων προς τα δυτικά και βορειοδυτικά. Με βάση αυτό το σενάριο, μέρος τους μπορεί να φθάσει στις ακτές της Λέσβου σε χρονικό διάστημα περίπου ενός μήνα.
Η πιθανότητα επηρεασμού παράκτιων περιοχών ή βαθύτερων θαλάσσιων οικοσυστημάτων εξαρτάται, όπως επισημαίνεται, από τη μορφή και τις φυσικοχημικές ιδιότητες των ουσιών.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει εάν η δυνατότητα μεταφοράς που αποτυπώνεται στα μοντέλα αντιστοιχεί σε πραγματική περιβαλλοντική επιβάρυνση στη Λέσβο. Για να απαντηθεί, το ΤΕΕ θεωρεί αναγκαίο ένα συστηματικό πρόγραμμα παρακολούθησης, με δειγματοληψίες και αναλύσεις θαλασσινού νερού, ιζημάτων και θαλάσσιων οργανισμών.
Στόχος είναι να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν ρυπαντικές ουσίες, ποια είναι η έκταση τυχόν επιβάρυνσης και εάν υφίσταται ενδεχόμενο μεταφοράς τους στο τροφικό πλέγμα. Μέχρι να συγκεντρωθούν αυτά τα δεδομένα, τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων τεκμηριώνουν την ανάγκη περαιτέρω έρευνας, χωρίς να επιτρέπουν συμπεράσματα για πραγματική ρύπανση στις ακτές του νησιού.
Με την παρέμβαση που υπογράφει ο πρόεδρος του ΤΕΕ Βορειοανατολικού Αιγαίου, Στρατής Μανωλακέλλης, ζητείται από την Περιφέρεια να χρηματοδοτήσει τη συνέχιση της έρευνας από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
Το προτεινόμενο πρόγραμμα αφορά την παρακολούθηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Λέσβου και, όπου κριθεί επιστημονικά αναγκαίο, του ευρύτερου Βορειοανατολικού Αιγαίου. Το ΤΕΕ επισημαίνει ότι το Πανεπιστήμιο διαθέτει την επιστημονική γνώση, τις υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό για την υλοποίησή του, ενώ συνδέει τη χρηματοδότηση και με τη δυνατότητα νέων επιστημόνων να εργαστούν στον τόπο.
«Χωρίς κινδυνολογία, αλλά και χωρίς εφησυχασμό», το ΤΕΕ ζητά να προχωρήσει η έρευνα από τις προσομοιώσεις στις πραγματικές μετρήσεις, ώστε η συζήτηση για την προστασία της θάλασσας της Λέσβου να στηρίζεται σε τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα.