
Η αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό, οι συγκρούσεις στη Δυτική Ασία και η ανάγκη κατανόησης των αγώνων των λαών της περιοχής πέρα από τα κυρίαρχα δυτικά στερεότυπα βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, το απόγευμα, στα Κεντρικά Λύκεια Μυτιλήνης.
Την εκδήλωση, με θέμα «Η Έφοδος των Καταπιεσμένων — Αντιαποικιακές Προκλήσεις στην Αυτοκρατορία», συνδιοργάνωσαν η Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης για την Παλαιστίνη του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ο Σύλλογος «Αλκαίος» Πλωμαρίου.
Κεντρικοί ομιλητές ήταν ο Νικόλας Κοσματόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Ανθρωπολογίας στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, και ο Γιώργος Τσιάρας, δημοσιογράφος της «Εφημερίδας των Συντακτών», ο οποίος συμμετείχε διαδικτυακά. Τη συνάντηση προλόγισαν ο Χάρης Σαραφίδης, εκ μέρους του «Αλκαίου», και ο Ραφαήλ Ασπρολούπος, εκ μέρους της Πρωτοβουλίας.
Στον χαιρετισμό του, ο Χάρης Σαραφίδης αναφέρθηκε στις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη, καταγγέλλοντας την πολιτική του Ισραήλ ως εποικιστική και αποικιακή. Στάθηκε στον αποκλεισμό, στις καταστροφές, στην πείνα και στις ανθρώπινες απώλειες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην επιμονή των Παλαιστινίων να υπερασπίζονται την αξιοπρέπειά τους.
Όπως υποστήριξε, παρά τον βαρύ φόρο αίματος, ο παλαιστινιακός αγώνας έχει κατακτήσει μια ισχυρή θέση στη συνείδηση ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Σκοπός της εκδήλωσης, σημείωσε, ήταν να κατανοηθούν οι αγώνες της περιοχής με τους δικούς τους όρους και έξω από το παραμορφωτικό πλαίσιο της κυρίαρχης δυτικής αφήγησης.
Συνέδεσε το αίτημα της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης με την ελληνική ιστορική εμπειρία, αναφερόμενος στο 1821 και στην Αντίσταση κατά του ναζισμού. Αναγνωρίζοντας τις διαφορές και τηρώντας τις αναλογίες, ανέδειξε ως κοινό στοιχείο την άρνηση της υποταγής στην ξένη κατοχή.
Ο εκπρόσωπος του «Αλκαίου» ευχαρίστησε την Πρωτοβουλία για την πρόσκληση σε συνδιοργάνωση και υπογράμμισε τη σημασία της ενότητας και της κοινής δράσης. Εξέφρασε, μάλιστα, την επιθυμία η συνεργασία να συνεχιστεί και να διευρυνθεί προς άλλες συλλογικότητες της Λέσβου με κοινούς στόχους και αγωνίες.
Ο Ραφαήλ Ασπρολούπος επικεντρώθηκε στη σχέση ανάμεσα στην αποικιοκρατία, στις δυτικές αφηγήσεις και στα σημερινά κινήματα αντίστασης. Με αφετηρία τη συμπλήρωση τριών χρόνων από την 7η Οκτωβρίου 2023, έθεσε το ερώτημα μέσα από ποια οπτική διαβάζονται οι εξελίξεις στην περιοχή.
Στάθηκε ακόμη και στην ονομασία «Μέση Ανατολή», διερωτώμενος «Μέση σε σχέση με ποιον; Ανατολή σε σχέση με ποιον;», για να αναδείξει τον ευρωκεντρικό χαρακτήρα της. Συνέδεσε αυτή την παρατήρηση με τον οριενταλισμό και με την ιστορική αντιμετώπιση άλλων λαών ως ξένων, κατώτερων ή ανίκανων να καθορίσουν οι ίδιοι το μέλλον τους.
Όπως υποστήριξε, η κατάκτηση εδαφών και η εκμετάλλευση πόρων και εργασίας συνοδεύτηκαν από αφηγήσεις που νομιμοποιούσαν την επιβολή, παρουσιάζοντάς την ως εκπολιτισμό ή εκσυγχρονισμό. Η αποικιοκρατία, κατά την τοποθέτησή του, δεν αποτελεί απλώς ένα κεφάλαιο του παρελθόντος, καθώς διαμόρφωσε θεσμούς, σχέσεις εξάρτησης και άνισες δυνατότητες ανάπτυξης που εξακολουθούν να επηρεάζουν τον κόσμο.
Αναφερόμενος στη Γάζα, χαρακτήρισε όσα υφίστανται οι Παλαιστίνιοι γενοκτονία και υποστήριξε ότι αποκαλύπτουν τη συνέχεια της αποικιακής βίας και της απανθρωποποίησης.
Ιδιαίτερο μέρος του χαιρετισμού του αφιερώθηκε στις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής και της ελληνικής Αριστεράς. Επισήμανε την απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση του δικαιώματος ενός λαού να αντιστέκεται και στην αντιμετώπιση των οργανώσεων μέσα από τις οποίες εκφράζεται αυτή η αντίσταση, ιδίως όταν έχουν διαφορετικές ιδεολογικές ή θρησκευτικές αναφορές από τις δυτικές.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι η αλληλεγγύη δεν αποκλείει την κριτική. Τόνισε ότι η γόνιμη κριτική προϋποθέτει γνώση των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, αναγνώριση των ανισοτήτων ισχύος και προσπάθεια κατανόησης των ίδιων των κοινωνιών.
«Αυτός ο πόλεμος είναι και δικός μας»
Τη σύνδεση των συγκρούσεων στη Δυτική Ασία με το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών ανέδειξε ο Νικόλας Κοσματόπουλος. Ξεκινώντας την ομιλία του, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη Λέσβο, αμφισβητώντας την αντίληψη που αντιμετωπίζει τόπους όπως το νησί ως «περιφέρεια». Όπως σημείωσε, συχνά αυτές ακριβώς οι περιοχές βρίσκονται στο επίκεντρο εξελίξεων που καθορίζουν το μέλλον του πλανήτη.
Συνέδεσε αυτή την παρατήρηση με τη ζωή του στον Λίβανο και απέτισε φόρο τιμής στους νεκρούς της Παλαιστίνης, του Λιβάνου, της Υεμένης, του Ιράν και της Συρίας. Κάλεσε το ακροατήριο να τους αντιμετωπίσει ως ανθρώπους του ίδιου κοινού κόσμου.
«Αυτός ο πόλεμος είναι και δικός μας. Αυτός ο πόλεμος είναι και δικός σας», τόνισε, εκφράζοντας παράλληλα την ανησυχία ότι οι συνέπειες της σύγκρουσης μπορούν να αγγίξουν ακόμη πιο άμεσα την Ελλάδα.
Βασικός άξονας της ανάλυσής του ήταν η θέση ότι οι σημερινές συγκρούσεις εντάσσονται στη συνέχεια της διεθνούς τάξης που συγκροτήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναφέρθηκε στους οικονομικούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς μηχανισμούς της μεταπολεμικής περιόδου, υποστηρίζοντας ότι συνδέθηκαν με τη διατήρηση της δυτικής κυριαρχίας.
Κατά την προσέγγισή του, ο Ψυχρός Πόλεμος αφορούσε τόσο την αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση όσο και τον έλεγχο του παγκόσμιου Νότου. Υποστήριξε ότι, παράλληλα με τα στρατιωτικά και οικονομικά μέσα, αξιοποιήθηκαν η πολιτιστική βιομηχανία, η ακαδημαϊκή παραγωγή και οι δεξαμενές σκέψης για τη διαμόρφωση αντιλήψεων και την αποδυνάμωση αντιστάσεων.
Οι μηχανισμοί αυτοί, όπως ανέφερε, δεν σταμάτησαν με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, αλλά προσαρμόστηκαν σε μια νέα συνθήκη, στην οποία το Ισλάμ προβλήθηκε ως ο νέος εχθρός.
Ο Νικόλας Κοσματόπουλος άσκησε έντονη κριτική στην εργαλειοποίηση, όπως τη χαρακτήρισε, της γλώσσας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ανάπτυξης και του ανθρωπισμού. Υποστήριξε ότι θεσμοί και πρακτικές που εμφανίζονται ως ουδέτεροι μπορούν να ενσωματώνονται σε πολιτικές επιβολής, λειτουργώντας ως «μαλακές μορφές πολέμου».
Συνέδεσε αυτή τη θέση με την αδυναμία των διεθνών θεσμών να προστατεύσουν τους Παλαιστινίους, εκτιμώντας ότι οι εξελίξεις αποκάλυψαν το χάσμα ανάμεσα στις διακηρύξεις της Δύσης και στις πράξεις της.
Η κριτική του στράφηκε και προς την Αριστερά, στην οποία καταλόγισε δυσκολία να αναγνωρίσει τους νεκρούς της περιοχής ως «δικούς της», όταν δεν μοιράζονται τις ίδιες πολιτικές αναφορές. Επέμεινε ότι η αλληλεγγύη δεν μπορεί να εξαρτάται από την ιδεολογική ταύτιση και κάλεσε σε ουσιαστικότερη γνώση των κοινωνικών και ταξικών συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσονται τα κινήματα.
Αναφερόμενος στη στρατηγική σημασία της Δυτικής Ασίας, στάθηκε στις εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές, δίνοντας βάρος στις σχέσεις εξουσίας και στις επιδιώξεις ελέγχου της περιοχής. Υποστήριξε ότι η δυτική στήριξη προς το Ισραήλ έχει και ιδεολογική διάσταση, καθώς τη συνέδεσε με την προσπάθεια διατήρησης της νομιμοποίησης της δυτικής ηγεμονίας.
Στο σημείο αυτό διαχώρισε ρητά τον σιωνισμό από τον εβραϊσμό, απορρίπτοντας τις συνωμοσιολογικές εξηγήσεις περί παντοδύναμου εβραϊκού ελέγχου και στρέφοντας την ανάλυσή του στις πολιτικές συμμαχίες και στις κρατικές στρατηγικές.
Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας του, ο καθηγητής έθεσε το ζήτημα του ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν οι πολίτες στην Ελλάδα. Πρότεινε ως πρώτο βήμα την αποδόμηση των στερεοτύπων που απομακρύνουν την ελληνική κοινωνία από τους λαούς του παγκόσμιου Νότου.
Αναφέρθηκε στις διαφορετικές ιστορικές παραδόσεις του ελληνισμού και συνέδεσε την εμπειρία του ΕΑΜ και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος με τους αγώνες χειραφέτησης άλλων λαών. Κάλεσε σε αποκατάσταση των δεσμών αλληλεγγύης και σε ουσιαστική γνώση τόσο της ελληνικής ιστορίας όσο και της ιστορίας των άλλων κοινωνιών.
Μοιράστηκε, τέλος, την προσωπική του εμπειρία από τη ζωή στον Λίβανο. Όπως ανέφερε, παρά τις οδυνηρές ειδήσεις, αντλεί αισιοδοξία από τους ανθρώπους γύρω του, οι οποίοι καθημερινά του υπενθυμίζουν ότι υπάρχει λόγος και τρόπος να αγωνίζεται κανείς και, συχνά, να νικά.
Στη συζήτηση συμμετείχε διαδικτυακά ο Γιώργος Τσιάρας, δημοσιογράφος της «Εφημερίδας των Συντακτών», με αναφορές στην Παλαιστίνη και στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Στην παρέμβασή του αναφέρθηκε επίσης στο Ιράκ, στην Υεμένη και στον Λίβανο, καθώς και στην ιστορική διαδρομή των συγκρούσεων.
Έθιξε ζητήματα που αφορούν τις οργανώσεις της περιοχής, τις ανθρώπινες απώλειες και τις συνέπειες του πολέμου για τους πληθυσμούς. Παράλληλα, έθεσε ερωτήματα για τη στάση της Ευρώπης και των κυβερνήσεων απέναντι στα γεγονότα στην Παλαιστίνη, στο πλαίσιο της συζήτησης για τους διεθνείς συσχετισμούς.