
Χωρίς ουσιαστική εξέλιξη παραμένει η ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση του ανήλικου παιδιού που φιλοξενείται προσωρινά στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης, καθώς εξακολουθεί να αναζητείται κατάλληλη δομή για τη μεταφορά και τη φροντίδα του.
Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης από το «Ν» προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και έντονο προβληματισμό στην τοπική κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, το παιδί εξακολουθεί να βρίσκεται στον ίδιο νοσοκομειακό χώρο, ενώ οι φωνές και το κλάμα του συνεχίζουν να ακούγονται στους διαδρόμους. Για λίγη ώρα προαυλίζεται με αστυνομική συνοδεία, επιστρέφοντας στη συνέχεια στον θάλαμο όπου παραμένει μέχρι να βρεθεί λύση.
Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες, ο ανήλικος βρίσκεται στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης από τις 18 Αυγούστου. Πρόκειται, επομένως, για μια προσωρινή κατάσταση η οποία έχει παραταθεί για εβδομάδες, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για τη μετακίνησή του σε κατάλληλο και ασφαλές περιβάλλον.
Από τις κοινωνικές υπηρεσίες του Δήμου Μυτιλήνης διευκρινίζεται ότι η αναζήτηση διαθέσιμης θέσης σε εξειδικευμένη δομή πραγματοποιείται από την αρμόδια Υγειονομική Περιφέρεια. Μόλις εντοπιστεί ο κατάλληλος χώρος και ολοκληρωθούν οι απαραίτητες διαδικασίες, ο Δήμος Μυτιλήνης πρόκειται να καλύψει τα έξοδα μεταφοράς του παιδιού.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει αναπάντητο, μέχρι πότε μπορεί ένα παιδί να περιμένει;
Το νοσοκομείο αποτελεί χώρο περίθαλψης και αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε χώρο μακροχρόνιας παραμονής ενός ανηλίκου που χρειάζεται εξειδικευμένη, σταθερή και διεπιστημονική υποστήριξη. Ούτε οι εργαζόμενοι του ιδρύματος ούτε οι αστυνομικοί μπορούν να αναπληρώσουν το κατάλληλο θεραπευτικό και προστατευτικό πλαίσιο που οφείλει να εξασφαλίσει η Πολιτεία.
Η παρατεταμένη παρουσία αστυνομικών δίπλα σε ένα παιδί δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κανονικότητα. Μπορεί να αποτελεί μια λύση ανάγκης για την αντιμετώπιση μιας δύσκολης κατάστασης, δεν αποτελεί όμως φροντίδα ούτε απάντηση στο πραγματικό πρόβλημα. Όσο περνούν οι ημέρες, η προσωρινή διαχείριση παγιώνεται και η αγωνία του ανηλίκου μετατρέπεται σε καθημερινό θέαμα για ασθενείς, συνοδούς και εργαζομένους.
Η περίπτωση του συγκεκριμένου παιδιού φέρνει για άλλη μια φορά στην επιφάνεια τις τεράστιες ελλείψεις που υπάρχουν σε ολόκληρη τη χώρα ως προς τις δομές προστασίας και εξειδικευμένης φροντίδας ανηλίκων με σύνθετες ανάγκες. Όταν δεν βρίσκεται διαθέσιμη θέση, παιδιά παραμένουν μετέωρα μέσα σε νοσοκομεία ή μετακινούνται από κλινική σε κλινική, χωρίς συνέχεια στη φροντίδα τους και χωρίς ένα σταθερό περιβάλλον αναφοράς.
Η πραγματικότητα αυτή γίνεται ακόμη σκληρότερη για όσα παιδιά δεν διαθέτουν ένα ισχυρό και υποστηρικτικό οικογενειακό πλαίσιο. Εκεί ακριβώς θα έπρεπε να παρεμβαίνει αποφασιστικά ένα οργανωμένο κράτος πρόνοιας. Αντί γι’ αυτό, η προστασία τους συχνά εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κενής θέσης σε κάποια δομή, οπουδήποτε στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, παραμένει ανοιχτό και το μεγάλο ερώτημα για το τι συμβαίνει μετά την ενηλικίωση αυτών των παιδιών. Ποιος εξασφαλίζει τη συνέχεια της φροντίδας τους; Ποιος τα στηρίζει στην προσπάθειά τους να ζήσουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια;
Δυστυχώς, απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει. Έτσι, διαχρονικά, οι ζωές εκατοντάδων νεαρών εφήβων και ενηλίκων καταδικάζονται στον εγκλωβισμό και στην αφάνεια, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται ένα βαθιά νοσηρό φαινόμενο.