Δίνει η Ελλάδα πλασματική εικόνα για την ευλογιά των αιγοπροβάτων στους διεθνείς οργανισμούς; Ή οι κτηνιατρικές αρχές έχουν χάσει τον έλεγχο της κατάστασης και στέλνουν ενημερώσεις με πολύ μεγάλη καθυστέρηση; Τα ερωτήματα αυτά προκύπτουν από τη σύγκριση της τελευταίας δημοσιευμένης έκθεσης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας των Ζώων, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 4 Σεπτεμβρίου, και της επιζωοτικής έκθεσης για τη νόσο, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.
Σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνουμε πως δύο χρόνια μετά την εμφάνιση της νόσου δεν έχει καταστεί εφικτή η εκρίζωσή της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε κοινοποιήσει η χώρα στον Παγκόσμιο Οργανισμό για την Υγεία των Ζώων (WOAH) έως τις 4 Σεπτεμβρίου 2026, ο συνολικός αριθμός των καταγεγραμμένων εστιών είχε φτάσει τις 1.728. Στην τελευταία έκθεση προς τον WOAH καταγράφονται 40 νέες ή επικαιροποιημένες εστίες, ενώ 22 εστίες χαρακτηρίζονταν ακόμη ενεργές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό για την Υγεία των Ζώων, έχουν θανατωθεί ή πρόκειται να θανατωθούν 369.757 ζώα.
Η έκθεση επιζωοτικής εξέλιξης της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, με ημερομηνία 21 Αυγούστου 2026, αναφέρει ότι είχαν επιβεβαιωθεί συνολικά 2.255 εστίες και είχαν θανατωθεί 493.194 αιγοπρόβατα. Σε σύγκριση με τα στοιχεία του WOAH, το Υπουργείο καταγράφει 527 περισσότερες εστίες και 123.437 περισσότερα θανατωμένα ή προς θανάτωση ζώα.
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων εμφανίστηκε στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2024, με την πρώτη εστία να επιβεβαιώνεται στην Ορεστιάδα του Έβρου. Από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους η νόσος εξαπλώθηκε με ταχύτητα στη Θράκη, την Ανατολική και την Κεντρική Μακεδονία, φτάνοντας στη συνέχεια στη Θεσσαλία. Κατά το διάστημα αυτό καταγράφηκαν 322 εστίες και οδηγήθηκαν σε θανάτωση 91.493 αιγοπρόβατα.
Η εξέλιξη της ζωονόσου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2026 αποτυπώνει σταδιακή αποκλιμάκωση του αριθμού των ενεργών εστιών που δηλώνονται στον WOAH, χωρίς όμως να σηματοδοτεί την εξάλειψη της νόσου. Στις αρχές Ιουνίου οι ενεργές εστίες ξεπερνούσαν τις 1.000, ενώ στις 15 Ιουνίου ανέρχονταν σε 690. Στις 29 Ιουνίου είχαν περιοριστεί σε 582 και στις 3 Ιουλίου σε 460.
Η πτωτική πορεία συνεχίστηκε μέσα στον Ιούλιο, με 333 ενεργές εστίες στις 10 Ιουλίου, 298 στις 17 Ιουλίου και 257 στις 24 Ιουλίου. Στις 4 Αυγούστου καταγράφονταν 33 ενεργές εστίες, ωστόσο τις επόμενες εβδομάδες σημειώθηκε νέα αύξηση, με 43 στις 12 Αυγούστου, 49 στις 21 Αυγούστου και 54 στις 28 Αυγούστου. Στην έκθεση της 4ης Σεπτεμβρίου ο αριθμός τους μειώθηκε εκ νέου στις 22.
Η έκθεση επιζωοτικής επιτήρησης
Την ίδια εικόνα δίνει και η έκθεση του Τμήματος Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Η επιζωοτική κατάσταση τον Αύγουστο ήταν βελτιωμένη σε σύγκριση με το 2025, εξακολουθούσαν όμως να καταγράφονται έξι έως οκτώ νέες εστίες την εβδομάδα.
Το γεγονός ότι η ευλογιά παραμένει ενεργή δύο χρόνια μετά την εμφάνισή της αναδεικνύει τη δυσκολία πλήρους εκρίζωσης της νόσου και την ανάγκη για ενεργητική επιτήρηση των κοπαδιών και επαρκή στελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση καταγράφεται στη Θεσσαλία, όπου είχαν θανατωθεί 172.612 ζώα, και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, με 163.327 θανατώσεις. Ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία με 88.612 και η Δυτική Ελλάδα με 49.276 θανατωμένα ζώα. Στο Βόρειο Αιγαίο καταγράφονταν έξι επιβεβαιωμένες εστίες και 1.279 θανατωμένα αιγοπρόβατα.
Η σημαντική απόκλιση ανάμεσα στις δύο επίσημες πηγές δείχνει ότι τα δεδομένα που εμφανίζονται στη βάση του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων δεν αποτυπώνουν το σύνολο των στοιχείων που διαθέτουν οι ελληνικές υπηρεσίες. Δημιουργούνται, έτσι, εύλογα ερωτήματα για τον χρόνο και τον τρόπο επικαιροποίησης των διεθνών δηλώσεων, καθώς η πραγματική έκταση της επιζωοτίας και των απωλειών στο ζωικό κεφάλαιο εμφανίζεται σαφώς μεγαλύτερη στα στοιχεία του Υπουργείου.