
Κύριε Διευθυντά,
Η Δεκάτη Τετάρτη Σεπτεμβρίου 1992 είναι η αποφράδα ημέρα για μας τους Μικρασιάτες, παράλληλα είναι Ημέρα Μνήμης, Τιμής και Σεβασμού για τους προγόνους μας που βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν και εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες.
Στην μνήμη αυτής της εθνικής τραγωδίας, σε ολόκληρη τη χώρα, θα πραγματοποιηθούν μνημόσυνα και σεμνές τελετές.
Με το δεδομένο ότι: «Η μνήμη πρέπει να διατηρείται, να παραμένει καθαρή για να ξαναγίνεται σπορά στις νέες γενιές» Θα μου επιτρέψτε και σε μένα, Αϊβαλιώτη πρόσφυγα δεύτερης γενιάς, να παραθέσω, για την ενημέρωση του αναγνωστικού σας κοινού, αντί μνημόσυνου, τον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε στις 14-10-1984 (ημερομηνία αποκαλυπτηρίων του αγάλματος της Μικρασιάτισσας Μάνας) ο Μικρασιάτης Υφυπουργός των Εξωτερικών Γιάννης Καψής.
«Το μεγάλο εθνικό, πολιτιστικό και πολιτικό κατρακύλισμα του λαού μας ήρθε πριν 62 χρόνια. Το λένε καταστροφή γιατί δεν υπάρχει λέξη που να δείξει το βάθος του πόνου, το λένε καταστροφή γιατί δεν υπάρχει άλλη λέξη να δείξει την έκταση της εθνικής συμφοράς.
Ήταν χρόνια πολυτάραχα και πολυκύμαντα, χρόνια δραματικά και μέσα απ’ αυτά μια φυσιογνωμία ξεπρόβαλε που βάδισε αταλάντευτα στο δρόμο που είχε χαράξει η ίδια για τον εαυτό της. Ήταν η Μικρασιάτισσα Μάνα.
Δεν είχαν οι Έλληνες μόνο, το αποκλειστικό προνόμιο να γνωρίσουν τη βαρβαρότητα και τη γενοκτονία των Τούρκων, αλλά και οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι και οι Κούρδοι και οι Σύριοι ακόμη.
Όταν έβλεπαν τους Τσέτες άρπαζαν ό,τι μπορούσαν να πάρουν, χρήματα, χρυσαφικά, το βιός τους για να τα γλυτώσουν.
Αλλά τα χρυσαφικά της μικρασιάτισσας μάνας ήταν τα παιδιά της, αυτός ήταν ο θησαυρός της.
Άνοιγαν τα σεντούκια των θησαυρών για να κρύψουν τα παιδιά τους, άνοιξαν ακόμα και μνήματα για να τα προστατεύσουν, μα πιο πολύ, άνοιξαν την αγκαλιά τους.
Κι’ όταν έβλεπαν πως δεν είχαν ελπίδα να τα σώσουν, όταν έβλεπε εκείνη η τραγική μάνα πως το κορίτσι της θα σερνόταν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, όταν έβλεπε πως το αγόρι της θα γινόταν γενίτσαρος, δεν δίσταζε η μάνα εκείνη να πετρώσει την καρδιά της και να γίνει Μήδεια.
Αλλά δεκάδες χιλιάδες μανάδες παρ’ όλα αυτά κατόρθωσαν να φέρουν τα παιδιά τους στην άλλοτε πολυτραγουδισμένη παραλία της Σμύρνης, που είχε γίνει τόπος μαρτυρίου.
Ήταν ένα θέαμα συγκλονιστικό, πως τότες χιλιάδες παιδιά, είχαν κατορθώσει να σωθούν από το μαχαίρι του εχθρού.
Ήρθαν οι πρόσφυγες στα φιλόξενα νησιά του Αιγαίου στη Μυτιλήνη και στη Χίο, έστησαν τα καινούργια σπιτικά τους, ακούσθηκε και πάλι το μακρόσυρτο λυπητερό, ανατολίτικο τραγούδι όπως γράφει ο ποιητής. Αλλά για τη μάνα της προσφυγιάς δεν τέλειωσε ο αγώνας.
Μα όσο κι αν ανάστησε καινούργιο σπιτικό, όσο κι αν ανάστησε τα παιδιά της που είχε σώσει απ’ την καταστροφή, κράτησε στο βλέφαρό της ένα δάκρυ γι’ αυτούς που χάθηκαν, γι’ αυτούς που φυλάνε με τους τάφους τους τις χαμένες μας πατρίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούμε να τιμήσουμε αυτούς που είχαν την ιδέα και την πρωτοβουλία να στήσουν εδώ το μνημείο της μικρασιάτισσας μάνας.
Δεν υπάρχουν λόγια για να εξάρουμε το πόσο επιτυχημένη είναι η εκλογή αυτού του τόπου, του τόπου που δέχθηκε στοργικά τους πρώτους πρόσφυγες απ’ τη Μικρά Ασία μας.
Μόνο με τον πόνο και τη συγκίνηση της ψυχής μπορούμε να τους ευχαριστήσουμε.
Ας μείνει εδώ η μάνα της προσφυγιάς, ας έρθει κάποτε το δάκρυ στο βλέφαρό της, το δάκρυ θα κάνει την πέτρα να αποκτήσει καινούργια ψυχή και τότε οι πατρίδες μας θα έχουν αναστηθεί».
Σημείωση: H ομιλία του Υφυπουργού Γιάννη Καψή περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων στο βιβλίο του ΠΡΟΚΟΠΗ Ι .ΠΑΠΑΛΑ «Τα γλυπτά της Λέσβου» έκδ.2012, σελ 98.
ΜΥΤΙΛΗΝΗ, 10-09-2026