
Η χώρα παράγει υπερπλεονάσματα, επιταχύνει την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους και εμφανίζει φορολογικά έσοδα πάνω από τους στόχους. Την ίδια στιγμή, όμως, αρνείται να διαθέσει ουσιαστικό μέρος αυτού του δημοσιονομικού χώρου για αξιοπρεπείς μισθούς σε γιατρούς, νοσηλευτές, δασκάλους και καθηγητές, αλλά και για την ενίσχυση κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη μετά την ανακοίνωση των στοιχείων εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026. Πανηγυρίζει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 5,725 δισ. ευρώ σε ταμειακούς όρους, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ.
Πίσω από τους θετικούς δημοσιονομικούς δείκτες, ωστόσο, παραμένουν ανοιχτά σοβαρά κοινωνικά και εργασιακά ζητήματα. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο εξακολουθούν να διεκδικούν την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού, ενώ αντίστοιχο αίτημα διατυπώνεται για τη 13η και τη 14η σύνταξη, παροχές για τις οποίες οι συνταξιούχοι είχαν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές επί σειρά ετών.
Την ίδια ώρα, νοσοκομεία και σχολεία καλούνται να λειτουργήσουν με ελλείψεις προσωπικού και με μισθούς που δεν επαρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στις νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου η στέγαση και οι μετακινήσεις επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς.
Ιδιαίτερα οξύ είναι και το ζήτημα της στελέχωσης των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα μέτρα για τις επιζωοτίες καταστρέφουν χιλιάδες κτηνοτρόφους, η χώρα εξακολουθεί να μη διαθέτει τον αναγκαίο αριθμό κτηνιάτρων για συστηματικούς ελέγχους, έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των ζωονόσων.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται σε δήμους και περιφέρειες, όπου οι υπηρεσίες λειτουργούν συχνά με αποδεκατισμένο προσωπικό. Οι εργαζόμενοι καλούνται να καλύψουν πολλαπλά αντικείμενα, ενώ βασικές αρμοδιότητες της Αυτοδιοίκησης δυσκολεύονται να ασκηθούν λόγω των κενών και των περιορισμένων προσλήψεων.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το ύψος των πλεονασμάτων. Αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι διαθέσιμοι πόροι και τις πολιτικές προτεραιότητες που επιλέγονται. Όταν υπάρχουν δισεκατομμύρια για πρόωρες αποπληρωμές δανείων, αλλά όχι για μισθούς, συντάξεις και αναγκαίες προσλήψεις, το ερώτημα είναι σαφές: ποιοι τελικά ωφελούνται από τη δημοσιονομική υπεραπόδοση;
Τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν στο επτάμηνο σε 45,207 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 1,975 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Αν εξαιρεθούν τα ποσά που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η αύξηση των καθαρών εσόδων φθάνει τα 2,349 δισ. ευρώ.
Τα έσοδα από φόρους διαμορφώθηκαν σε 42,916 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται 306 εκατ. ευρώ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού και 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση του τιμήματος για την άδεια λειτουργίας καζίνο στο Ελληνικό.
Χωρίς αυτά τα έκτακτα ποσά, τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν σε 42,475 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τον στόχο κατά 1,112 δισ. ευρώ ή κατά 2,7%. Παράλληλα, τα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έφθασαν τα 3,167 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 457 εκατ. ευρώ έναντι του προϋπολογισμού.
Το υπουργείο διευκρινίζει ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα σε δημοσιονομικούς όρους διαφέρει από εκείνο σε ταμειακούς όρους. Επισημαίνει επίσης ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν την Κεντρική Διοίκηση και όχι το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης, στην οποία περιλαμβάνονται οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, οι δήμοι, οι περιφέρειες και τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα.
Οι παραπάνω αριθμοί δείχνουν πως υπερφορολόγηση των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων συνεχίζεται. Κι επιπλέον τα αυξημένα κρατικά έσοδα δεν χρησιμοποιούνται για αναπτυχθεί η Ελληνική οικονομία αλλά για να αποπληρωθούν δάνεια που θα μπορούσαν να πληρωθούν αρκετά χρόνια μετά.