
Λίγα μόλις βήματα από τη θάλασσα της Επάνω Σκάλας, εκεί όπου το κύμα συναντά τα παλιά τείχη του Κάστρου, υπάρχει μια Παναγιά διαφορετική από τις άλλες. Δεν υψώνεται πάνω από την πόλη. Είναι κρυμμένη μέσα στη γη, στη σιωπή ενός βράχου.
Ένας σταυρός και μια μικρή καμπάνα δείχνουν στον επισκέπτη ότι έφτασε. Η είσοδος είναι στενή και μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στη μικρή σπηλιά. Μόλις περάσεις το κατώφλι, ο θόρυβος της πόλης σβήνει. Το φως των καντηλιών γλιστρά πάνω στην πέτρα, η μυρωδιά του λιβανιού γεμίζει τον χώρο και από τον βράχο αναβλύζει το αγίασμα.
Στο κέντρο βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Γαλατούσας. Η Θεοτόκος κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό και τον θηλάζει. Δεν παρουσιάζεται απόμακρη και αυστηρή, αλλά ως μάνα τρυφερή, που σκύβει πάνω από το παιδί της για να το θρέψει και να το προστατεύσει. Από αυτή την ανθρώπινη και συγκινητική απεικόνιση πήρε το προσκύνημα το όνομα με το οποίο το γνωρίζουν οι Μυτιληνιοί.
Γύρω από τη Γαλατούσα έχουν υφανθεί πολλές αφηγήσεις. Η πιο δυνατή από αυτές συνδέει το μικρό προσκύνημα με γυναίκες που έζησαν στο Κάτω Κάστρο στα δύσκολα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Γυναίκες ξεριζωμένες, φτωχές και κοινωνικά αποκλεισμένες, οι οποίες βρήκαν μέσα στη σπηλιά έναν δικό τους τόπο προσευχής. Μπροστά σε αυτή την Παναγία μπορούσαν να αφήσουν τον πόνο, τον φόβο και τη μοναξιά τους, χωρίς να χρειάζεται να απολογηθούν σε κανέναν. Μια Παναγιά που δεν έκρινε, δεν απέκλεισε και δεν γύρισε το βλέμμα από τις γυναίκες που η υπόλοιπη κοινωνία κρατούσε μακριά της.
Τα χρόνια πέρασαν και το Κάτω Κάστρο άλλαξε. Η Γαλατούσα, όμως, έμεινε εκεί, με το καντήλι της αναμμένο και το νερό να συνεχίζει να κυλά αργά πάνω στην πέτρα.
Όποιος κατεβαίνει σήμερα τα λίγα σκαλοπάτια δεν συναντά μόνο ένα μικρό εκκλησάκι αλλά έναν τόπο παρηγοριάς και θύμισης. Μια σπηλιά που κράτησε μυστικά, προσευχές και δάκρυα. Και μια Παναγιά που, μέσα σε ένα Κάστρο χτισμένο για να υψώνει τείχη, έγινε καταφύγιο για όσους έμειναν έξω από αυτά.