
Τον άμεσο κίνδυνο οικονομικής και πληθυσμιακής ερημοποίησης πολλών κτηνοτροφικών χωριών της Λέσβου εξαιτίας των συνεπειών του αφθώδους πυρετού ανέδειξε ο κτηνοτρόφος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού Κάπης, Αχιλλέας Κιαχαγιάς. Μιλώντας στην εκπομπή «Μιλάμε Οικονομικά» του ραδιοφωνικού σταθμού «Ν» 99 fm, περιέγραψε μια κατάσταση που, όπως εκτίμησε, δεν περιορίζεται στην απώλεια δεκάδων χιλιάδων ζώων, αλλά απειλεί την ίδια την επιβίωση ολόκληρων κοινοτήτων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στην Πελόπη έχει χαθεί περίπου το 90% των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, ενώ εξαιρετικά σοβαρό είναι το πλήγμα στο Ψιλομέτωπο και στην Κάπη. Αντίστοιχες επιπτώσεις αντιμετωπίζουν και άλλες περιοχές του νησιού, μεταξύ των οποίων τα Μιστεγνά, η Αγία Παρασκευή, η Νάπη, ο Μεσότοπος και η Φίλια.
Ο κ. Κιαχαγιάς σημείωσε ότι σε χωριά όπως η Πελόπη έχουν απομείνει ελάχιστα κοπάδια, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να αποκτά πλέον ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις. Όπως τόνισε, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα ζώα θα παραμείνουν ζωντανά, αλλά εάν τα χωριά αυτά θα εξακολουθούν να υπάρχουν έπειτα από λίγα χρόνια ή αν θα μείνουν σε αυτά μόνο ηλικιωμένοι και συνταξιούχοι.
Χωριά που χάνουν τη βασική πηγή εισοδήματος
Η κτηνοτροφία αποτελεί για πολλές κοινότητες της Λέσβου τη βασική, και σε αρκετές περιπτώσεις τη μοναδική, παραγωγική δραστηριότητα. Η απώλεια των κοπαδιών σημαίνει ότι ολόκληρες οικογένειες μένουν χωρίς σταθερό εισόδημα, ενώ η επιστροφή τους στην παραγωγή παραμένει αβέβαιη.
Ο Αχιλλέας Κιαχαγιάς εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι κτηνοτρόφοι που έχασαν τα ζώα τους θα μπορέσουν πράγματι να προχωρήσουν σε ανασύσταση των εκμεταλλεύσεών τους. Η διαδικασία απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, ενώ δεν είναι ακόμη σαφές πότε οι υγειονομικές συνθήκες θα επιτρέψουν την εισαγωγή νέων ζώων στις πληγείσες περιοχές.
Ιδιαίτερα δύσκολη χαρακτήρισε την κατάσταση για τους νεότερους παραγωγούς, οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν εάν θα παραμείνουν στο επάγγελμα ή θα αναζητήσουν άλλη εργασία, πιθανότατα μακριά από τον τόπο τους. Η αποχώρησή τους από την κτηνοτροφία, όπως εξήγησε, θα επιταχύνει τη γήρανση και την εγκατάλειψη των χωριών.
«Το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ανήκει στην πολιτική ηγεσία»
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο κ. Κιαχαγιάς για τον τρόπο διαχείρισης της νόσου. Όπως υποστήριξε, ευθύνες υπάρχουν σε διαφορετικό βαθμό σε όλα τα επίπεδα, ωστόσο το μεγαλύτερο μερίδιο ανήκει στην πολιτική ηγεσία, η οποία έχει την εξουσία και την κεντρική αρμοδιότητα να σχεδιάσει και να συντονίσει την αντιμετώπιση της κρίσης.
Κατά την εκτίμησή του, από την εμφάνιση των πρώτων κρουσμάτων δεν υπήρξε ένα ενιαίο και δεσμευτικό σχέδιο δράσης, με συμμετοχή της κεντρικής διοίκησης, των κτηνιατρικών υπηρεσιών, της Περιφέρειας, των Δήμων και των ίδιων των κτηνοτρόφων. Αντίθετα, όπως ανέφερε, καταγράφηκε μετάθεση ευθυνών ανάμεσα στην κεντρική και την περιφερειακή διοίκηση, με τους εμπλεκόμενους να κατηγορούν ο ένας τον άλλον.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι από την αρχή θα έπρεπε να είχαν δημιουργηθεί τοπικές ομάδες διαχείρισης σε κάθε δημοτική ενότητα, στις οποίες θα συμμετείχαν κτηνοτρόφοι με γνώση της περιοχής, εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης και υπηρεσιακοί παράγοντες. Οι ομάδες αυτές θα μπορούσαν, σε άμεση συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, να εφαρμόσουν συγκεκριμένα μέτρα προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής.
Ο κ. Κιαχαγιάς ανέφερε ακόμη ως παράδειγμα το ζήτημα των ανεπιτήρητων αιγοπροβάτων και βοοειδών στον Λεπέτυμνο. Όπως είπε, τα ζώα κινούνται ελεύθερα σε έναν δημοτικό βοσκότοπο τουλάχιστον 25.000 στρεμμάτων, δημιουργώντας, κατά την εκτίμησή του, πρόσθετο κίνδυνο διασποράς. Επέκρινε το γεγονός ότι το πρόβλημα παραμένει χωρίς ολοκληρωμένη διαχείριση, παρά τις αρμοδιότητες των Δήμων για τα ανεπιτήρητα παραγωγικά ζώα.
Δύσκολο το 2026, ακόμη δυσκολότερη η συνέχεια
Ο Αχιλλέας Κιαχαγιάς χαρακτήρισε το 2026 χρονιά ορόσημο για την κτηνοτροφία της Λέσβου. «Θα μιλάμε για την εποχή πριν και μετά τον αφθώδη πυρετό», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι μετά τη φετινή κρίση όλα θα έχουν αλλάξει.
Όπως υπογράμμισε, οι δυσκολίες δεν θα τελειώσουν με την ολοκλήρωση των θανατώσεων. Το 2027 αναμένεται να είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολο, καθώς θα παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα της ανασύστασης των κοπαδιών, της απώλειας εισοδήματος, του αυξημένου κόστους των ζωοτροφών και της μειωμένης παραγωγής γάλακτος. Πίεση αναμένεται να δεχθούν και οι συνεταιρισμοί, καθώς θα περιοριστούν τόσο η διακίνηση ζωοτροφών όσο και οι ποσότητες γάλακτος που εμπορεύονται.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ζήτησε ουσιαστική εισοδηματική στήριξη των πληγέντων, κάλυψη του αυξημένου κόστους διατήρησης των έγκλειστων ζώων και αποζημιώσεις που θα ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία των απωλειών.
Το μήνυμα που προκύπτει από τη συνέντευξή του είναι ότι η κρίση δεν αφορά μόνο τους κτηνοτρόφους. Αφορά τη διατήρηση της παραγωγής, τη λειτουργία των συνεταιρισμών, την καλλιέργεια της λεσβιακής γης και τελικά την παραμονή των ανθρώπων στα χωριά τους.