
Στις μεγάλες προκλήσεις που δημιουργεί ο δάκος για την ελαιοκαλλιέργεια, αλλά και στις δυνατότητες που προσφέρουν πλέον η επιστήμη και οι νέες τεχνολογίες για αποτελεσματικότερη και στοχευμένη αντιμετώπισή του, αναφέρθηκε ο εντομολόγος Διονύσιος Περδίκης, ανοίγοντας τον κύκλο των ομιλιών στην εκδήλωση Roots of Lesvos, που πραγματοποιήθηκε στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου.
Ο καθηγητής του Εργαστηρίου Γεωργικής Ζωολογίας και Εντομολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Εντομολογικής Εταιρείας Ελλάδος έθεσε εξαρχής το ζήτημα του δάκου στο ευρύτερο πλαίσιο των αλλαγών που συντελούνται στην ελαιοκαλλιέργεια και ιδιαίτερα στην παραγωγή ελαιολάδου.
Όπως τόνισε, η αντιμετώπιση του εντόμου δεν συνδέεται μόνο με την ποσότητα της παραγωγής, αλλά πλέον όλο και περισσότερο με την ποιότητα, το κόστος παραγωγής και την ανταγωνιστικότητα του τελικού προϊόντος. Υπογράμμισε μάλιστα ότι πολλές φορές οι παραγωγοί εκτιμούν την εικόνα μιας χρονιάς συγκρίνοντάς την με προηγούμενες ή με τις επιδόσεις γειτονικών εκμεταλλεύσεων, χωρίς να υπολογίζεται η παραγωγή που θα μπορούσε να είχε διασωθεί εάν είχαν περιοριστεί οι απώλειες από τον δάκο.
Η καρπόπτωση που συχνά περνά απαρατήρητη
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Περδίκης στην καρπόπτωση που προκαλεί η προσβολή από τον δάκο, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια απώλεια η οποία πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτή στον πραγματικό της βαθμό.
Παρουσιάζοντας τον βιολογικό κύκλο του εντόμου, εξήγησε ότι το θηλυκό τραυματίζει τον καρπό της ελιάς για να τοποθετήσει το αυγό, ενώ στη συνέχεια η προνύμφη αναπτύσσεται στο εσωτερικό του καρπού. Κατά τους θερινούς μήνες η ανάπτυξή του μπορεί να είναι ιδιαίτερα γρήγορη, γεγονός που αυξάνει την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση των πληθυσμών.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι πληγές που δημιουργεί το έντομο μπορούν να διευκολύνουν και την ανάπτυξη άλλων παθογόνων στον καρπό, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο τις επιπτώσεις στην ποιότητα.
Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τα δεδομένα
Ένα από τα κεντρικά σημεία της παρουσίασης αφορούσε την επίδραση των καιρικών συνθηκών και της κλιματικής αλλαγής στον δάκο.
Σύμφωνα με τον κ. Περδίκη, οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού μπορεί να περιορίζουν προσωρινά τη δραστηριότητα του εντόμου, όμως η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η σχετική υγρασία παίζει καθοριστικό ρόλο, γεγονός που εξηγεί γιατί συχνά παρατηρούνται αυξημένοι πληθυσμοί σε παραθαλάσσιες περιοχές ή σε σημεία με υψηλότερη νυχτερινή υγρασία.
Οι θερμότεροι χειμώνες μπορούν επίσης να επιτρέπουν σε μεγαλύτερο αριθμό εντόμων να επιβιώνει, ενώ ένα θερμό φθινόπωρο παρατείνει τη δραστηριότητα του δάκου ακόμη και κοντά στη συγκομιδή. Αυτό, όπως σημείωσε, μπορεί να οδηγήσει σε χρονιές κατά τις οποίες η κατάσταση εμφανίζεται ελεγχόμενη έως τον Σεπτέμβριο και στη συνέχεια επιδεινώνεται απότομα πριν από τη συλλογή του καρπού.
Δακοκτονία με ακρίβεια
Μεγάλο μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στη δυνατότητα αξιοποίησης της γεωργίας ακριβείας στη δακοκτονία.
Ο κ. Περδίκης παρουσίασε την εμπειρία από δύο διεθνή ερευνητικά προγράμματα στα οποία συμμετείχε η ομάδα του και μέσα από τα οποία αναπτύχθηκε ηλεκτρονικό σύστημα αντιμετώπισης του δάκου.
Η φιλοσοφία του συστήματος ξεκινά από την ψηφιακή χαρτογράφηση των ελαιώνων και φτάνει έως την εγκατάσταση ηλεκτρονικών παγίδων, οι οποίες μπορούν να παρέχουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο. Στη συνέχεια, ειδικά συστήματα υποστήριξης αποφάσεων μπορούν να υποδεικνύουν πότε, πού και με ποιον τρόπο πρέπει να πραγματοποιείται ο ψεκασμός.
Με GPS μπορεί ακόμη να παρακολουθείται η πορεία του τρακτέρ, να καταγράφονται τα δέντρα που ψεκάστηκαν και να δίνονται άμεσα οδηγίες ώστε να αποφεύγονται λάθη, όπως ψεκασμοί σε προστατευόμενες περιοχές, κοντά σε πηγές νερού ή σε σημεία όπου δεν απαιτείται επέμβαση.
Στα πειράματα που παρουσίασε ο κ. Περδίκης, η εφαρμογή του συστήματος οδήγησε, όπως ανέφερε, σε μείωση της ψεκαζόμενης έκτασης και της διάρκειας των επεμβάσεων, ενώ η μείωση των λαθών στους ψεκασμούς έφτασε το 97%.
Ο ίδιος επισήμανε ότι μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να σχεδιαστεί ακόμη και σε επίπεδο ολόκληρης της Λέσβου, ώστε να εντοπίζονται εγκαίρως οι εστίες του δάκου και να γίνονται παρεμβάσεις εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται.
Η βιολογική αντιμετώπιση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η αναφορά του στη βιολογική αντιμετώπιση.
Όπως εξήγησε, στους ελαιώνες υπάρχουν ωφέλιμα έντομα που λειτουργούν ως φυσικοί εχθροί του δάκου. Μελέτες σε βιολογικούς ελαιώνες έχουν καταγράψει υψηλότερη παρουσία τέτοιων οργανισμών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ποσοστά παρασιτισμού που το φθινόπωρο μπορούν να φθάσουν ακόμη και το 40% έως 50%.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι απαραίτητα να εισαχθούν νέα έντομα στους ελαιώνες, αλλά να προστατευθούν και να ενισχυθούν εκείνα που ήδη υπάρχουν στο οικοσύστημα.
«Κάθε χρονιά είναι διαφορετική»
Κλείνοντας, ο κ. Περδίκης στάθηκε σε μια βασική αρχή που, όπως είπε, πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε σχεδίου αντιμετώπισης του δάκου: δεν υπάρχουν εύκολες και απολύτως σταθερές λύσεις.
Κάθε χρονιά είναι διαφορετική και αυτό που απαιτείται είναι συνεχής παρακολούθηση, γνώση και έγκαιρη παρέμβαση.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η μαζική παγίδευση, η οποία, όπως υπογράμμισε, πρέπει να ξεκινά νωρίς, ακόμη και από τον Μάιο, ώστε να περιορίζεται σταδιακά ο αρχικός πληθυσμός.
Το κεντρικό μήνυμα της πρώτης ομιλίας του Roots of Lesvos ήταν σαφές: η μάχη με τον δάκο δεν αφορά μόνο την προστασία της φετινής σοδειάς. Συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του λεσβιακού ελαιολάδου, τη μείωση των φυτοπροστατευτικών επεμβάσεων, την προστασία του περιβάλλοντος και τελικά με τη δυνατότητα του προϊόντος της Λέσβου να αποκτήσει μεγαλύτερη υπεραξία και ισχυρότερη θέση στην αγορά.