
Αρνητική απάντηση στα βασικά αιτήματα που είχε υποβάλει ο Παλλεσβιακός Φορέας Πρωτογενούς Τομέα σχετικά με τον επανέλεγχο εκτροφών και την αναστολή των θανατώσεων δίνει η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με έγγραφο που δημοσιοποίησε το απόγευμα της Τρίτης 22 Σεπτεμβρίου ο Φορέας.
Η απάντηση στο αίτημα που είχε υποβάλλει ο Παλλεσβιακός Φορέας στις 16 Σεπτεμβρίου επιχειρεί να ανατρέψει ένα προς ένα τους ισχυρισμούς που έθεσε ο Φορέας. Το ΥΠΑΑΤ επικαλείται το ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο και καταλήγει ότι δεν υπάρχει νομική βάση για γενική αναστολή των θανατώσεων ούτε για γενικευμένη επανάληψη της διαδικασίας διάγνωσης στις ήδη επισήμως επιβεβαιωμένες εστίες.
Το ΥΠΑΑΤ επιμένει στην άμεση εφαρμογή των μέτρων
Στο πρώτο και κεντρικό ζήτημα, εκείνο της προσωρινής αναστολής των θανατώσεων, η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής αναφέρει ότι ο αφθώδης πυρετός αποτελεί νόσημα κατηγορίας Α και ότι μετά την επίσημη επιβεβαίωση της εστίας ενεργοποιούνται άμεσα τα προβλεπόμενα μέτρα.
Το άρθρο 12 του Κανονισμού 2020/687 προβλέπει, μετά την επίσημη επιβεβαίωση νόσου κατηγορίας Α σε εγκατάσταση, τη θανάτωση των ζώων των καταγεγραμμένων ειδών το συντομότερο δυνατόν, υπό την επίβλεψη επίσημων κτηνιάτρων.
Σύμφωνα με την απάντηση του Υπουργείου, η εφαρμογή των μέτρων αυτών δεν προϋποθέτει νέα κλινική εξέταση ή επαναληπτική δειγματοληψία μετά την επίσημη επιβεβαίωση. Για τον λόγο αυτό καταλήγει ότι «δεν υφίσταται νομικό έρεισμα για γενική αναστολή των προβλεπόμενων μέτρων και φυσικά των θανατώσεων».
Όχι σε γενικευμένο επανέλεγχο από στρατιωτικούς κτηνιάτρους
Αρνητική είναι η απάντηση και στο αίτημα να πραγματοποιηθεί επανέλεγχος συγκεκριμένων εκτροφών από στρατιωτικούς κτηνιάτρους.
Το ΥΠΑΑΤ αναφέρει ότι οι επίσημες κτηνιατρικές δραστηριότητες για τη διερεύνηση και διαχείριση μιας εστίας ασκούνται από τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς στους οποίους έχουν ανατεθεί σχετικά καθήκοντα. Η συμμετοχή στρατιωτικών κτηνιάτρων στη διαχείριση της επιζωοτίας, σημειώνει, δεν τους καθιστά ανεξάρτητο όργανο επανεξέτασης των πράξεων των αρμόδιων κτηνιατρικών αρχών.
Κατά συνέπεια, το Υπουργείο αναφέρει ότι δεν προκύπτει βάση για γενικευμένο επανέλεγχο των συγκεκριμένων εκτροφών από στρατιωτικούς κτηνιάτρους, ούτε δικαίωμα επιλογής άλλου επίσημου κτηνιάτρου από τον ενδιαφερόμενο για νέα εξέταση ή επιστημονική δεύτερη γνώμη.
Δεν θεωρεί υποχρεωτική τη νέα δειγματοληψία
Ανάλογη είναι η θέση και για το αίτημα επαναληπτικής δειγματοληψίας. Η απάντηση αναφέρει ότι, εφόσον τα αρχικά δείγματα έχουν ληφθεί, παραληφθεί και εξεταστεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και έχουν κριθεί κατάλληλα, δεν υπάρχει γενική υποχρέωση επανάληψης της δειγματοληψίας.
Το Υπουργείο διευκρινίζει ότι μία νέα εργαστηριακή εξέταση μπορεί να γίνει εφόσον κριθεί επιστημονικά ή επιδημιολογικά αναγκαία από τις αρμόδιες αρχές ή το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς και όχι ως αυτοματοποιημένο στάδιο μετά από αίτημα του κτηνοτρόφου.
Στο ίδιο πλαίσιο απορρίπτει και την άποψη ότι κάθε θετικό αποτέλεσμα θα πρέπει υποχρεωτικά να επιβεβαιώνεται από το Εργαστήριο Αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στην απάντηση, η αποστολή δείγματος στο ευρωπαϊκό εργαστήριο δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο κάθε θετικής διάγνωσης, αλλά μπορεί να αποφασίζεται όταν υπάρχει συγκεκριμένο επιστημονικό ή διαγνωστικό ζήτημα.
Τι απαντά για τα αρχικά δείγματα και τους φακέλους
Για τη διατήρηση του αρχικού εργαστηριακού υλικού, το Υπουργείο αναφέρει ότι αυτή γίνεται σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες εργαστηριακές διαδικασίες, τις απαιτήσεις της εκάστοτε μεθόδου και τον χρόνο κατά τον οποίο το υλικό παραμένει κατάλληλο προς εξέταση.
Η ενδεχόμενη επανεξέταση, επισημαίνεται, αποφασίζεται κατά περίπτωση και δεν μπορεί να αποτελέσει γενικευμένη διαδικασία επανεπιβεβαίωσης όλων των ήδη εκδοθέντων εργαστηριακών αποτελεσμάτων.
Ως προς το αίτημα χορήγησης των διοικητικών και εργαστηριακών φακέλων, το ΥΠΑΑΤ σημειώνει ότι η πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα εξετάζεται με βάση τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και τους περιορισμούς για προσωπικά δεδομένα, απόρρητο και εκκρεμείς διαδικασίες. Για ειδικότερα εργαστηριακά στοιχεία, όπως πρωτογενή δεδομένα και τεχνικές καταγραφές, η δυνατότητα χορήγησής τους εξετάζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς.
Δεν βλέπει λόγο για ανεξάρτητη διερεύνηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η απάντηση στο αίτημα για ανεξάρτητη διοικητική και επιστημονική διερεύνηση.
Η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής σημειώνει ότι μεταβολές στη διοικητική ή επιχειρησιακή οργάνωση της διαχείρισης της επιζωοτίας, αποχωρήσεις ή παραιτήσεις υπηρεσιακών στελεχών και η συμμετοχή πρόσθετων κτηνιατρικών κλιμακίων δεν αποτελούν από μόνα τους αποδεικτικά στοιχεία πλημμελούς δειγματοληψίας, λανθασμένης εργαστηριακής εξέτασης ή παράνομης διοικητικής διαδικασίας.
Για να κινηθεί ειδική διοικητική ή επιστημονική διερεύνηση, σύμφωνα με το Υπουργείο, πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα πραγματικά ή τεχνικά στοιχεία που να καταδεικνύουν πιθανή απόκλιση από τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Η υπηρεσία υποστηρίζει ότι τέτοια τεκμηριωμένα στοιχεία δεν προσδιορίζονται στο αίτημα του Φορέα.
Η ανταπάντηση του Φορέα
Λίγη ώρα μετά τη λήψη της απάντησης, ο Παλλεσβιακός Φορέας Πρωτογενούς Τομέα δημοσιοποίησε ολόκληρο το έγγραφο, δηλώνοντας ότι σέβεται το θεσμικό πλαίσιο και αποδέχεται πως, όταν μια εστία έχει επισήμως και πλήρως επιβεβαιωθεί, πρέπει να εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα μέτρα.
Ωστόσο, στρέφει την κριτική του στην τεκμηρίωση για καθεμία από τις εκτροφές χωριστά. Όπως υποστηρίζει, η απάντηση του ΥΠΑΑΤ δεν γνωστοποιεί με ποια συγκεκριμένα κλινικά, επιδημιολογικά και εργαστηριακά στοιχεία επιβεβαιώθηκε κάθε επίμαχη εστία, ούτε απαντά συγκεκριμένα εάν εξακολουθούν να διατηρούνται τα αρχικά δείγματα.
Ο Φορέας σημειώνει ακόμη ότι δεν του έχουν χορηγηθεί οι διοικητικοί και εργαστηριακοί φάκελοι που ζήτησε και θεωρεί ότι η απάντηση δεν αιτιολογεί εξατομικευμένα γιατί δεν υπάρχει επιστημονικός λόγος επανεξέτασης για καθεμία από τις εκτροφές.
Επισημαίνει μάλιστα ότι το ψηφιακά υπογεγραμμένο έγγραφο που του κοινοποιήθηκε εξακολουθεί στο σώμα του να φέρει την ένδειξη «ΣΧΕΔΙΟ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ», κάτι που είναι εμφανές και στο έγγραφο που δημοσιοποιήθηκε.
Στο τραπέζι και το άρθρο 13 για ζώα ιδιαίτερης αξίας
Ο Παλλεσβιακός Φορέας εισάγει παράλληλα μία νέα παράμετρο στη συζήτηση, επικαλούμενος το άρθρο 13 του Κανονισμού 2020/687 και έγγραφες τοποθετήσεις που, όπως αναφέρει, έχει λάβει από το Ευρωπαϊκό Περιφερειακό Σημείο Επαφής για τους Ζωικούς Γενετικούς Πόρους και από την αρμόδια επιστημονική πλευρά.
Το συγκεκριμένο άρθρο πράγματι προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή δύναται, υπό προϋποθέσεις, να χορηγήσει παρέκκλιση από τη θανάτωση, μεταξύ άλλων, για ζώα που έχουν καταχωριστεί ως σπάνιες φυλές ή για ζώα «δεόντως αιτιολογημένης υψηλής γενετικής, πολιτιστικής ή εκπαιδευτικής αξίας». Δεν πρόκειται για αυτόματη εξαίρεση. Απαιτούνται, μεταξύ άλλων, εκτίμηση κινδύνου, κατάλληλα μέτρα βιοπροφύλαξης, απομόνωση, κλινική επιτήρηση και, όπου απαιτείται, εργαστηριακές εξετάσεις.
Αυτό είναι πλέον ένα από τα σημεία στα οποία φαίνεται ότι θα εστιαστεί η επόμενη φάση της αντιπαράθεσης, καθώς ο Φορέας ζητά να εξεταστεί η συγκεκριμένη δυνατότητα για ζώα που μπορούν να τεκμηριωθούν ως ιδιαίτερης γενετικής και πολιτιστικής αξίας.
Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι δεν ζητά χαλάρωση των μέτρων βιοασφάλειας, αλλά πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία και αποφάσεις που, όπως αναφέρει, θα πρέπει να στηρίζονται σε «εξατομικευμένη, ελέγξιμη και επιστημονικά επαρκή αιτιολογία».