
Απαντήσεις για την εποπτεία ιδιωτικών κέντρων και τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών ζητά ο Σπύρος Δρίτσας, γιατρός και Τομεάρχης Υγείας της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), με αφορμή την υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη. Στη συνέντευξή του στο Left Side Story, συνδέει την κριτική του για τις ελλείψεις του δημόσιου συστήματος Υγείας με την ανάγκη προστασίας των ασθενών από πρακτικές που, όπως υποστηρίζει, προωθούνται με μεγάλες υποσχέσεις και ανεπαρκή έλεγχο.
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έχει επιβεβαιωθεί με ανακοίνωση του νοσοκομείου «Ελπίς». Τα ερωτήματα που θέτει ο κ. Δρίτσας αφορούν τη διερεύνηση της υπόθεσης και τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών, χωρίς να συνιστούν από μόνα τους τεκμηρίωση συγκεκριμένης αιτίας θανάτου ή απόδοση ευθύνης.
Οι εργαζόμενοι κρατούν όρθιο το ΕΣΥ
Αφετηρία της παρέμβασής του είναι η καθημερινότητα των δημόσιων νοσοκομείων. Μεγάλες αναμονές, κενά στη στελέχωση και προσωπικό που εργάζεται στα όρια της αντοχής του συνθέτουν την εικόνα που περιγράφει, επισημαίνοντας ότι ο ασθενής συχνά αναγκάζεται να καλύπτει ο ίδιος δαπάνες για την περίθαλψή του.
Ο Σπύρος Δρίτσας αναγνωρίζει ότι υπάρχουν νοσοκομεία και τμήματα που προσφέρουν εξαιρετικές υπηρεσίες. Αποδίδει, ωστόσο, αυτή την προσπάθεια κυρίως στους γιατρούς, στους νοσηλευτές και στους υπόλοιπους εργαζομένους, οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες ανάγκες χωρίς την υποστήριξη και τις αποδοχές που θεωρεί αναγκαίες.
Στην κριτική του προς την κυβερνητική πολιτική υποστηρίζει ότι δόθηκε μεγαλύτερο βάρος στις ανακαινίσεις και στην επικοινωνιακή προβολή των παρεμβάσεων, ενώ παραμένουν ανοικτά κρίσιμα ζητήματα προσωπικού και οργάνωσης της φροντίδας. Για τον ίδιο, η αξιολόγηση ενός συστήματος Υγείας πρέπει να αφορά ολόκληρη τη διαδρομή του ασθενούς, από την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση έως τη θεραπεία και την αποκατάσταση.
Μετά το εξιτήριο το βάρος πέφτει στην οικογένεια
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στη φροντίδα μετά τη νοσηλεία, περιγράφοντας ένα σημαντικό κενό υποστήριξης για ηλικιωμένους, καρκινοπαθείς, χρονίως πάσχοντες και ανθρώπους με άνοια.
Όπως επισημαίνει, όταν απουσιάζουν οι κατάλληλες υπηρεσίες, η ευθύνη μεταφέρεται στην οικογένεια και κυρίως στις γυναίκες. Η έξοδος από το νοσοκομείο δεν σημαίνει πάντοτε ότι τελειώνουν οι ανάγκες του ασθενούς. Συχνά αρχίζει μια απαιτητική περίοδος καθημερινής φροντίδας, την οποία οι συγγενείς καλούνται να διαχειριστούν με περιορισμένα μέσα.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνει περισσότερες προσλήψεις, καλύτερους μισθούς και ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Ζητά επίσης ανώτατο όριο αναμονής για εξετάσεις και επεμβάσεις, δωρεάν απογευματινά ιατρεία και χειρουργεία, καλύτερη ψηφιακή παρακολούθηση των ασθενών και οργανωμένη υποστήριξη όσων χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα.
Οι υποσχέσεις μακροζωίας και τα ερωτήματα για τους ελέγχους
Στο δεύτερο σκέλος της συνέντευξης, ο Τομεάρχης Υγείας της ΕΛΑΣ στρέφεται σε αυτό που χαρακτηρίζει «γκρίζα ιατρική και μαγκανίες». Αναφέρεται σε πρακτικές αποτοξίνωσης, αντιγήρανσης και μακροζωίας, υποστηρίζοντας ότι δεν συνοδεύονται πάντοτε από την απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση και εποπτεία.
Με αφορμή την υπόθεση Μαζωνάκη, ζητά να διευκρινιστεί πόσο συστηματικοί ήταν οι έλεγχοι στα συγκεκριμένα κέντρα, ποιοι είχαν γνώση της λειτουργίας τους και αν υπήρχαν προηγούμενα σοβαρά περιστατικά που δεν είχαν γίνει γνωστά. Ζητά ακόμη να δημοσιοποιηθούν στοιχεία για τυχόν επιπλοκές και θανάτους που ενδέχεται να συνδέονται με ανάλογες πρακτικές.
Παράλληλα, καταγγέλλει πολιτική ανοχή και απευθύνει αίτημα λογοδοσίας στους Άδωνι Γεωργιάδη, Θάνο Πλεύρη και Γιώργο Πατούλη. Πρόκειται για αιτιάσεις του ίδιου, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι αρμόδιοι πολιτικοί και θεσμικοί παράγοντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τι συνέβαινε.
Η επιλογή μιας θεραπείας δεν απαλλάσσει την Πολιτεία
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του είναι η απόρριψη της λογικής ότι η ευθύνη εξαντλείται στην προσωπική επιλογή του ασθενούς. Όπως τονίζει, ένας άνθρωπος που αγωνιά για την υγεία του μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε υποσχέσεις θεραπείας ή παράτασης της ζωής.
Κατά τον κ. Δρίτσα, αυτή η ευαλωτότητα καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την ενημέρωση, την εποπτεία και την έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών.
Γι’ αυτό ζητά την εκ νέου συγκρότηση ενός ανεξάρτητου και επαρκώς στελεχωμένου σώματος επιθεωρητών Υγείας, με δυνατότητα ουσιαστικών ελέγχων. Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από την παρέμβασή του, είναι οι μηχανισμοί προστασίας να λειτουργούν προληπτικά, πριν μια σοβαρή καταγγελία ή μια ανθρώπινη απώλεια φέρει στο προσκήνιο πιθανές παραλείψεις.