
Σκληρή κριτική στον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία αντιμετωπίζει την ευλογιά των αιγοπροβάτων και τον αφθώδη πυρετό ασκεί το Εργαστήριο Ζωικής Παραγωγής του Τμήματος Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Σε άρθρο που έδωσε στη δημοσιότητα, με τίτλο «Η ευλογιά, ο αφθώδης και οι στρουθοκάμηλοι», υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ελληνική κτηνοτροφία δεν είναι μόνο οι ίδιες οι επιζωοτίες, αλλά η άρνηση των κυβερνώντων να αναγνωρίσουν την πραγματική κατάσταση στο πεδίο και να απαντήσουν σε κρίσιμα ερωτήματα.
Το Εργαστήριο ζητά σαφείς απαντήσεις για την ύπαρξη εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης των επιζωοτιών, τα επιστημονικά κριτήρια πίσω από τη στρατηγική της εκρίζωσης χωρίς εμβολιασμό, τις πιθανές επιπτώσεις στις εξαγωγές της φέτας και την απουσία ενός ενιαίου επιχειρησιακού κέντρου. Παράλληλα, αναδεικνύει τις σοβαρές αδυναμίες των υποστελεχωμένων κτηνιατρικών υπηρεσιών, της επιδημιολογικής επιτήρησης, της ιχνηλασιμότητας και της εργαστηριακής υποστήριξης.
Η ευλογιά ο αφθώδης και οι στρουθοκάμηλοι
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα για την ελληνική κτηνοτροφία δεν είναι ούτε η ευλογιά ούτε ο αφθώδης πυρετός. Είναι η εμμονή των κυβερνώντων να εξακολουθούν να αποφεύγουν να αποδεχθούν τη πραγματικότητα στο πεδίο και να απαντήσουν σε επίκαιρα ερωτήματα. Αντί για έναν ειλικρινή διάλογο και απολογισμό, επιλέγεται η πολιτική της στρουθοκαμήλου. Αντί για επιστημονική τεκμηρίωση, επιλέγεται η επικοινωνιακή διαχείριση. Αντί να ληφθούν υπόψη οι προειδοποιήσεις των ανθρώπων του πεδίου και της επιστημονικής κοινότητας, συνεχίζει να ισχύει η παροιμία «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα».
Τα παρακάτω ερωτήματα περιμένουν ακόμη απαντήσεις.
Υπάρχει εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης επιζωοτιών κατηγορίας Α ή κάθε απόφαση λαμβάνεται αποσπασματικά, ανάλογα με την εξέλιξη της κάθε επιζωοτίας; Γιατί δεν δημιουργήθηκε από την πρώτη μέρα ένα Ενιαίο Επιχειρησιακό Κέντρο που να συντονίζει όλες τις υπηρεσίες, να αξιολογεί καθημερινά τα επιδημιολογικά δεδομένα και να προσαρμόζει τη στρατηγική με βάση τις εξελίξεις στο πεδίο; Αν υπήρχε, γιατί δεν παρουσιάστηκαν ποτέ δημόσια τα πρακτικά των αποφάσεων του;
Με ποια επιστημονικά κριτήρια αποφασίστηκε ότι η στρατηγική της εκρίζωσης χωρίς εμβολιασμό είναι η καταλληλότερη σε κάθε φάση της επιζωοτίας της ευλογιάς και του αφθώδη; Το κυριότερο όμως είναι αν τέθηκαν προκαθορισμένοι δείκτες που να ορίζουν πότε αυτή η στρατηγική έπρεπε να επανεκτιμηθεί; Η επιδημιολογία δεν είναι στατική επιστήμη. Όταν αλλάζουν τα δεδομένα, οφείλει να αλλάζει και η στρατηγική.
Αυτό γιατί δεν έγινε;
Επίσης, σε κάποια φάση τέθηκε το ερώτημα αν εμβολιασμός θα οδηγούσε σε προβλήματα τις εξαγωγες τυριών και ειδικά της Φέτας. Και εδώ προκύπτει ένα άλλο άμεσο ερώτημα. Έγινε σχετική διαπραγματευση για το θέμα αυτό με τους κοινοτικούς; Υπάρχει κάποιο επίσημο έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που να αναφέρει ότι ο εμβολιασμός για την ευλογιά ή τον αφθώδη πυρετό συνεπάγεται αυτομάτως γενική απαγόρευση των εξαγωγών; Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί τέτοιο έγγραφο. Αντίθετα, υπάρχουν επίσημα έγγραφα που ξεκαθαρίζουν ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει περιορισμούς, αξιολόγηση κινδύνου και συγκεκριμένους όρους διακίνησης των προϊόντων ζωικής προέλευσης. Κανένα έγγραφο όμως δεν προβλέπει αυτόματες και οριζόντιες απαγορεύσεις. Γιατί, λοιπόν, η δημόσια συζήτηση βασίστηκε σε απόλυτους ισχυρισμούς και όχι στα πραγματικά νομικά δεδομένα;
Από την άλλη πλευρά, όσοι σήμερα δηλώνουν ότι «δικαιώθηκαν» επειδή πλέον συζητείται ο εμβολιασμός, ας απαντήσουν και αυτοί σε ένα απλό ερώτημα. Μπορεί η ίδια στρατηγική να είναι σωστή στην αρχή μιας επιζωοτίας και μετά από μήνες ανεξέλεγκτης εξέλιξης; Η απάντηση δίνεται από την επιστήμη της επιδημιολογίας η οποία δεν είναι άσπρο ή μαύρο ούτε βασίζεται σε μαντικές ικανότητες κάποιων. Αντιθετα, αξιολογεί συνεχώς τα δεδομένα και προσαρμόζει τις αποφάσεις. Αυτό είναι το θεμέλιο της επιδημιολογίας και της επιστήμης γενικότερα.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ο εμβολιασμός. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ότι η χώρα επιχείρησε να εφαρμόσει μια στρατηγική διαχείρισης με εκρίζωση χωρίς να διαθέτει τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
Τα βασικά προβλήματα ήταν γνωστά. Αφορούσαν και αφορούν τις υποστελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες, την αδυναμία ουσιαστικης επιδημιολογικής επιτήρησης, την ανύπαρκτη ψηφιακή επιτήρηση και ιχνηλασιμότητα, την περιορισμένη δυνατότητα εργαστηριακής υποστήριξης από το Εθνικο Εργαστήριο αναφοράς και την απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου ανασύστασης των εκτροφών που καταστρέφονται.
Στη πορεία, σταδιακά, η κρίση με την ευλογιά και τον αφθώδη μεγάλωσε και έγινε ανεξέλεγκτη. Αντί να επιλεχθεί ένας ειλικρινής απολογισμός, επιλέχθηκε η επικοινωνιακή διαχείριση. Επικράτησε η άποψη ότι θα επελθει κόπωση και το θέμα θα φύγει από την επικαιρότητα. Η ευλογιά και ο αφθώδης πυρετός δεν αποκάλυψαν μόνο τις αδυναμίες της κτηνοτροφίας. Αποκάλυψαν κυρίως τις αδυναμίες του ίδιου του κράτους να διαχειριστεί μια κρίση αυτής της κλίμακας. Αν δεν το παραδεχτούμε σήμερα, θα επαναλάβουμε τα ίδια λάθη αύριο.
Σήμερα, το πραγματικό δίλημμα, δεν είναι «εμβολιασμός ή εκρίζωση». Το πραγματικό δίλημμα είναι αν θα συνεχίσουμε να “κυβερνάμε” τις επιζωοτίες με συνθήματα, αποσπασματικές αποφάσεις και επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις ή αν θα αποκτήσουμε επιτέλους ένα σύγχρονο εθνικό σχέδιο διαχείρισης, με επιχειρησιακό κέντρο, συνεχή επιστημονική αξιολόγηση, ισχυρές δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες και πλήρη διαφάνεια.
Όσο επικρατεί η νοοτροπία της στρουθοκαμήλου, τόσο η φράση «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα» θα περιγράφει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι προειδοποιήσεις της επιστήμης και των κτηνοτρόφων από τους κυβερνώντες. Η παραδοχή της πραγματικότητας δεν είναι ευχάριστη. Είναι όμως η μόνη αφετηρία για να προστατεύσουμε πραγματικά την ελληνική κτηνοτροφία.