
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε – έστω και για λίγο – το 5%. Το γερμανικό δεκαετές ομόλογο κινείται λίγο κάτω από το 3,50%, σε περιοχή όπου δεν έχει βρεθεί από το 2009. Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει εκτιναχθεί. Τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου στο 4,25%.
Το παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα εντείνεται, με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων να ανεβαίνουν σε υψηλά πολλών ετών και το κόστος δανεισμού να αυξάνεται για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται το αμερικανικό 10ετές ομόλογο, η απόδοση του οποίου ξεπέρασε οριακά το 5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007.
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε – έστω και για λίγο – το 5%, μετά την απόφαση της Fed για αύξηση των επιτοκίων στην περιοχή του 3,75-4,00%. Το μέσο κόστος δεκαετούς δανεισμού των χωρών του G7 έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008. Το γερμανικό δεκαετές ομόλογο κινείται λίγο κάτω από το 3,50%, σε περιοχή όπου δεν έχει βρεθεί από το 2009. Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει εκτιναχθεί, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να αγγίζει το 4,50%. Τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου δεν μένουν αλώβητα με την απόδοση του δεκαετούς να κινείται γύρω στο 4,25%.
Βασικός παράγοντας πίσω από τη νέα αναταραχή στις αγορές ομολόγων είναι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου. Η διεύρυνση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει την τιμή του πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Η εξέλιξη περιπλέκει το έργο των κεντρικών τραπεζών, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους περιορίζει τα περιθώρια για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και ενισχύει τις προσδοκίες για υψηλότερα επιτόκια.
Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει υψηλότερο κόστος για την έκδοση νέου χρέους. Παράλληλα, αυξάνει τις δαπάνες εξυπηρέτησης του υφιστάμενου χρέους, ασκώντας πρόσθετη πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Για τις υπερχρεωμένες οικονομίες, η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων εσόδων μπορεί να κατευθυνθεί στην πληρωμή τόκων, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κονδύλια για κοινωνικές δαπάνες, άμυνα και άλλα κυβερνητικά προγράμματα.
Η απότομη άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα και η κινητικότητα που αρχίζει να καταγράφεται στα CDS ξυπνούν μνήμες από μια εποχή που η παγκόσμια οικονομία και μαζί της η Ελλάδα θέλουν να ξεχάσουν. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται αυτή τη φορά στο επίκεντρο, αλλά δεν μπορεί να μείνει εντελώς έξω από μια διεθνή αναταραχή. Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι εάν οι αγορές προεξοφλούν απλώς μια νέα εποχή υψηλότερων επιτοκίων, χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού ή εάν πίσω από τον κίνδυνο ενός παγκόσμιου sell-off εμφανίζονται τα πρώτα ρήγματα μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Σε περιόδους ομαλότητας, η αγορά κρατικών ομολόγων είναι σχετικά ανιαρή, καθώς στερείται των έντονων διακυμάνσεων που χαρακτηρίζουν το χρηματιστήριο ή τα crypto.
Ωστόσο, σε περιόδους ανωμαλίας, οι διαπραγματευτές ομολόγων εκδηλώνουν την ανησυχία τους ωθώντας τις αποδόσεις υψηλότερα. Mε άλλα λόγια, απαιτούν υψηλότερο επιτόκιο για να αναλάβουν αυτό που θεωρούν αυξημένο ρίσκο κατά τον δανεισμό κεφαλαίων στα κράτη.
Αυτό συμβαίνει περίπου από τα μέσα Μαΐου με «οδηγό» τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, το TACO trade του Ντόναλντ Τραμπ και την αβεβαιότητα στην αγορά των καυσίμων.
Άλλοι παράγοντες είναι το αυξημένο κρατικό χρέος στις ΗΠΑ, το οποίο έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία και ανέρχεται πλέον στα 40 τρισ. δολάρια, μαζί με τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και την προοπτική αύξησης των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.
Για τους καταναλωτές, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων μπορεί να έχει διττή σημασία: αυξάνει το κόστος κάθε είδους καταναλωτικού δανεισμού, όπως τα στεγαστικά δάνεια, οι πιστωτικές κάρτες και τα δάνεια για αγορά αυτοκινήτου.
Ωστόσο, μπορεί να αποτελέσει και θετική εξέλιξη για όσους διαθέτουν αποταμιεύσεις για μακροπρόθεσμες επενδύσεις, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις καθιστούν φθηνότερη την αγορά ομολόγων, εξασφαλίζοντας παράλληλα υψηλότερο ποσοστό απόδοσης.