
Λίγο πριν από την έναρξη της νέας ελαιοκομικής περιόδου, ο επιχειρηματίας, τυποποιητής ελαιολάδου και ιδιοκτήτης ελαιοτριβείου Χαράλαμπος Παπαδέλλης μίλησε στο «Ν» για τις προοπτικές της φετινής παραγωγής, τις τιμές, την έλλειψη εργατικών χεριών και το μεγάλο στοίχημα της ανάδειξης του λεσβιακού ελαιολάδου μέσα από την πιστοποίηση και την τυποποίησή του.

Αφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσε η δεύτερη διοργάνωση «Roots of Lesvos», η οποία θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου, στην Αγία Παρασκευή. Μια εκδήλωση που φιλοδοξεί να καθιερωθεί ως ετήσιο σημείο συνάντησης των ανθρώπων της ελαιοκομίας, λίγο πριν ανοίξουν τα ελαιοτριβεία και ξεκινήσει η συγκομιδή.
«Οι ρίζες της Λέσβου είναι τα ελαιόδεντρα, είναι η ελιά, είναι η ελαιοκομία», σημείωσε ο Χαράλαμπος Παπαδέλλης, υπογραμμίζοντας τον ισχυρό δεσμό του νησιού με το προϊόν. Όπως ανέφερε, η Λέσβος διαθέτει περίπου 11,5 εκατομμύρια ελαιόδεντρα και έναν από τους μεγαλύτερους ενιαίους ελαιώνες της Μεσογείου, ενώ οι ποικιλίες Κολοβή και Αδραμυτιανή προσδίδουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο παραγόμενο ελαιόλαδο.
Στη φετινή διοργάνωση θα συζητηθούν η προστασία της ελιάς από τον δάκο, η ποιότητα, η αξία της προέλευσης, η ανταγωνιστικότητα και οι εμπορικές δυνατότητες του προϊόντος με την ένδειξη «ΠΓΕ Λέσβος». Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται παρεμβάσεις των Διονυσίου Περδίκη, Σέρκου Χαρουτουνιάν, Στέφανου Βοστάνη και Δημητρίου Φάββα.
Η εκδήλωση είναι ανοιχτή στο κοινό και, όπως τόνισε ο κ. Παπαδέλλης, απευθύνεται σε ολόκληρο τον παραγωγικό κόσμο: ελαιοπαραγωγούς, ελαιοτριβείς, εμπόρους, τυποποιητές, γεωπόνους, επιστήμονες και εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης. Στόχος είναι να εξελιχθεί σε έναν σταθερό θεσμό που θα σηματοδοτεί κάθε χρόνο την έναρξη της ελαιοκομικής περιόδου.
Μέτρια παραγωγή, με μεγάλες διαφοροποιήσεις
Αναφερόμενος στη νέα περίοδο, ο Χαράλαμπος Παπαδέλλης εκτίμησε ότι η παραγωγή θα είναι καλύτερη από την περσινή, όχι όμως στα επίπεδα που αρχικά αναμένονταν. Υπολόγισε τη συνολική εικόνα περίπου στο 50% μιας πλήρους παραγωγικής χρονιάς, με σημαντικές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή.
Στη Γέρα και το Πλωμάρι η παραγωγή εκτιμάται ότι μπορεί να προσεγγίσει το 60%, ενώ χαμηλότερες είναι οι προσδοκίες για τους ορεινούς ελαιώνες. Τα δέντρα, όπως εξήγησε, είχαν υποστεί έντονη καταπόνηση από τις δύσκολες και ξηρές προηγούμενες χρονιές, χάνοντας φύλλα και κλαδιά. Οι βροχοπτώσεις του περασμένου χειμώνα βοήθησαν στην ανάκαμψή τους, όμως μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους κατευθύνθηκε στην ανανέωση της βλάστησης.
«Η ελιά, αν δεν ετοιμαστεί όπως πρέπει, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει καρπό. Θα δει πρώτα τον εαυτό της και μετά τον καρπό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παρά τη μέτρια ποσότητα, τα πρώτα στοιχεία για την ποιότητα είναι θετικά. Ο καρπός έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά, ενώ μέχρι στιγμής δεν καταγράφονται εκτεταμένες προσβολές από τον δάκο. Οι βροχές το επόμενο διάστημα θα παίξουν κρίσιμο ρόλο στην τελική εξέλιξη της παραγωγής.
Οι χαμηλές τιμές απειλούν τη βιωσιμότητα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο λάδι θα παραχθεί, αλλά κατά πόσο συμφέρει τον παραγωγό να μαζέψει τις ελιές του. Τα υψηλά ημερομίσθια, το κόστος των καυσίμων και οι υπόλοιπες καλλιεργητικές δαπάνες, σε συνδυασμό με τις πιεσμένες τιμές του ελαιολάδου, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Ο κ. Παπαδέλλης εκτίμησε ότι η μεγάλη παραγωγή που αναμένεται σε Ισπανία, Ιταλία, Τουρκία και άλλες περιοχές της Ελλάδας θα ασκήσει πρόσθετη πίεση στην αγορά. Σύμφωνα με τη δική του πρόβλεψη, το βιομηχανικό ελαιόλαδο βάσης πέντε ενδέχεται να κινηθεί περίπου στα 2,50 ευρώ, ενώ ένα καλό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο γύρω στα τέσσερα ευρώ, σε τιμές εμπόρου.
«Για να πάει ο παραγωγός στο κτήμα, να μαζέψει, να καλλιεργήσει και να μπορέσει να παράξει και την επόμενη χρονιά, πρέπει να είναι βιώσιμος», τόνισε. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι αρκετοί θα περιοριστούν στη συγκομιδή της ποσότητας που χρειάζονται για το σπίτι τους ή θα επιχειρήσουν να μαζέψουν μόνοι τους μέρος του καρπού, ώστε να μειώσουν το κόστος.
Η περιορισμένη παραγωγή πιθανότατα θα συγκρατήσει φέτος το πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών. Σε μια επόμενη μεγάλη ελαιοκομική χρονιά, όμως, το ζήτημα αναμένεται να εμφανιστεί με ιδιαίτερη ένταση. Η Λέσβος, άλλωστε, διαθέτει δύσβατους και ορεινούς ελαιώνες που δεν επιτρέπουν εύκολα τη μηχανική συγκομιδή και απαιτούν εργαζομένους με σχετική εμπειρία.
Οι καταναλωτές που δεν επέστρεψαν
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Χαράλαμπος Παπαδέλλης και στις επιπτώσεις που είχε η εκτόξευση της τιμής του ελαιολάδου στα εννέα και δέκα ευρώ. Πολλοί καταναλωτές, είπε, στράφηκαν τότε σε φθηνότερα υποκατάστατα και δεν επέστρεψαν, ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των τιμών.
«Πρέπει να υπάρξει μια ισορροπία. Ούτε τα δέκα ευρώ είναι θεμιτά ούτε τα τέσσερα», σημείωσε, εξηγώντας ότι οι πολύ υψηλές τιμές περιορίζουν την κατανάλωση, ενώ οι πολύ χαμηλές αφήνουν τον παραγωγό κάτω από το κόστος. Παράλληλα υπενθύμισε ότι ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και στο ράφι παρεμβάλλονται τα κόστη αποθήκευσης, επεξεργασίας, εμφιάλωσης, συσκευασίας, πιστοποίησης, προώθησης, μεταφοράς και διανομής.
Το στοίχημα της ταυτότητας «Λέσβος»
Για τον ίδιο, η ουσιαστική διέξοδος βρίσκεται στην ανάδειξη της προέλευσης και στην τυποποίηση. «Η Λέσβος έχει ένα προϊόν μοναδικό. Πρέπει να γίνει μια συλλογική προσπάθεια για να το βγάλουμε προς τα έξω με τη γεωγραφική ένδειξη “Λέσβος”», επισήμανε.
Αυτό απαιτεί συγκεκριμένες προδιαγραφές σε όλη την αλυσίδα: από την καλλιέργεια και τη συγκομιδή μέχρι την ελαιοποίηση, την αποθήκευση και την τυποποίηση. Ένα πιστοποιημένο προϊόν με ξεκάθαρη ταυτότητα μπορεί να απευθυνθεί σε αγορές που αναγνωρίζουν και πληρώνουν την ποιότητα και την προέλευσή του.
Το ιδανικό, όπως παραδέχθηκε, είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του ελαιολάδου να τυποποιείται στη Λέσβο, ώστε η προστιθέμενη αξία να παραμένει στο νησί. Προς το παρόν δεν υπάρχει η δυνατότητα να τυποποιηθεί το σύνολο της παραγωγής, ωστόσο αυτό μπορεί να αλλάξει σταδιακά, μέσα από επενδύσεις και συνεργασίες.
Το μήνυμα του Χαράλαμπου Παπαδέλλη είναι σαφές: το μέλλον του λεσβιακού ελαιολάδου δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην πώληση ενός ανώνυμου, χύμα προϊόντος. Χρειάζεται ποιότητα, πιστοποίηση, συλλογική στρατηγική και ισχυρή σύνδεση με το όνομα της Λέσβου.