
Στους νέους ανθρώπους που επέλεξαν συνειδητά να επιστρέψουν στη Λέσβο, να δραστηριοποιηθούν στον πρωτογενή τομέα και να κρατήσουν ζωντανά τα χωριά του νησιού αναφέρθηκε ο δεύτερος αντιπρόεδρος του νεοσύστατου Παλλεσβιακού Φορέα Πρωτογενούς Τομέα και αντιπρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μανταμάδου, Νικόλαος Αψόκαρδος.
Η τοποθέτησή του έγινε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησαν σήμερα, Παρασκευή 31 Ιουλίου, τα μέλη του Φορέα στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Δυτικής Λέσβου, στην Καλλονή.
Ο κ. Αψόκαρδος υπογράμμισε ότι πολλοί νέοι αγρότες επέλεξαν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στον τόπο τους, όχι επειδή δεν είχαν άλλη διέξοδο, αλλά επειδή αγαπούν τη Λέσβο και επιθυμούν να δημιουργήσουν σε αυτήν.
«Επιλέξαμε να επιστρέψουμε συνειδητά στον τόπο μας»
«Θέλω να αναδείξω το θέμα των νέων αγροτών, των νέων ανθρώπων που είτε επιλέξαμε να μπούμε στον πρωτογενή τομέα είτε να επιστρέψουμε συνειδητά στον τόπο μας. Δεν το κάναμε από ανάγκη, αλλά καθαρά από αγάπη για τον τόπο μας και κυρίως για να κρατήσουμε ζωντανά τα χωριά μας», ανέφερε.
Όπως σημείωσε, οι νέοι παραγωγοί επένδυσαν χρόνο, κόπο και χρήματα, σχεδιάζοντας το μέλλον τους στη Λέσβο παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας.
«Με κόπους και ιδρώτα επενδύσαμε, κάνοντας όνειρα για ένα καλύτερο αύριο. Θέλουμε να συνεχίσουμε, να δημιουργούμε και να ζήσουμε εδώ. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να μας αναγκάσει να αφήσουμε τον τόπο μας. Γιατί αυτός ο τόπος δεν είναι απλώς μια γη. Είναι όλη μας η ζωή», τόνισε ο κ. Αψόκαρδος.
Αντώνιος Γαβρέλας: «Ο Φορέας έπρεπε να έχει δημιουργηθεί εδώ και χρόνια»
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Παλλεσβιακού Φορέα Πρωτογενούς Τομέα, Αντώνιος Γαβρέλας, κτηνοτρόφος και τεχνολόγος γεωπόνος ζωικής παραγωγής, αναφέρθηκε στην ανάγκη συγκρότησης ενός ενιαίου οργάνου εκπροσώπησης των ανθρώπων του πρωτογενούς τομέα.
Ο ίδιος, όπως είπε, είναι κτηνοτρόφος τέταρτης γενιάς και γνωρίζει από μικρή ηλικία τα χρόνια προβλήματα του κλάδου. Εκτίμησε ότι η δημιουργία του Φορέα έχει καθυστερήσει πολλά χρόνια και υποστήριξε πως, εάν υπήρχε νωρίτερα μια οργανωμένη και σοβαρή εκπροσώπηση απέναντι στην κρατική αδιαφορία, η κατάσταση σήμερα θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
«Μπλέξαμε σε μια δύσκολη κατάσταση και για να βγούμε από αυτή απαιτείται η συνεργασία όλων: των κτηνοτρόφων, των υπουργείων και των κτηνιάτρων», ανέφερε.
Εκκρεμούν αποζημιώσεις για περίπου εκατό κτηνοτρόφους
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Γαβρέλας στις αποζημιώσεις των κτηνοτρόφων για τα ζώα που οδηγήθηκαν σε υποχρεωτική θανάτωση. Σύμφωνα με όσα δήλωσε, υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις, ενώ η ενημέρωση που έλαβαν τα μέλη του Φορέα αναφέρει ότι πρόκειται να πληρωθούν περίπου εβδομήντα δικαιούχοι αυτές τις μέρες
Όπως πρόσθεσε, παραμένουν σε εκκρεμότητα περίπου εκατό ακόμη κτηνοτρόφοι των οποίων τα ζώα έχουν θανατωθεί, με αποτέλεσμα να παρατείνεται η οικονομική αβεβαιότητα για τις πληγείσες εκμεταλλεύσεις.
Παράλληλα, χαρακτήρισε σοβαρό το ζήτημα της αποζημίωσης για την απώλεια της παραγωγής γάλακτος. Αναφερόμενος στην ανακοίνωση του Υπουργείου για τη διάθεση ποσού περίπου 38 εκατ. ευρώ, σημείωσε ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί ο τρόπος κατανομής του.
«Θέλουμε να γνωρίζουμε πού, πώς και σε ποιους θα διατεθούν αυτά τα χρήματα. Απαιτούμε συγκεκριμένες απαντήσεις, ώστε να μη δημιουργείται στον κόσμο η εντύπωση ότι εκατομμύρια ευρώ πάνε και έρχονται χωρίς να γνωρίζει κανείς πού ακριβώς καταλήγουν», δήλωσε.
«Απαιτούμε διαφάνεια και σοβαρότητα»
Ο πρόεδρος του Φορέα έθεσε ως βασικές αρχές τη διαφάνεια, τη σοβαρότητα και τη διατύπωση συγκεκριμένων και στοχευμένων αιτημάτων. Όπως ανέφερε, η ενημέρωση δεν πρέπει να περιορίζεται στα μέλη του Φορέα, αλλά να φτάνει σε ολόκληρο τον αγροτικό, κτηνοτροφικό και αλιευτικό κόσμο της Λέσβου, καθώς και στην τοπική κοινωνία.
«Πιστεύω ότι ως Φορέας επιδεικνύουμε σοβαρότητα και την ίδια σοβαρότητα απαιτούμε από το Υπουργείο, την Περιφέρεια και τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε», επισήμανε.
Ο κ. Γαβρέλας προειδοποίησε, τέλος, ότι ο κίνδυνος των ζωονόσων δεν πρόκειται να εξαφανιστεί με το τέλος της σημερινής κρίσης. Η γεωγραφική θέση της Λέσβου, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, καθιστά αναγκαία, όπως είπε, τη διαρκή επαγρύπνηση και τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των μέτρων που λαμβάνονται.
«Η ασθένεια ήρθε, αλλά ο κίνδυνος δεν θα φύγει. Μπορεί να περάσει αυτή η περίοδος, όμως κανείς δεν εγγυάται ότι δεν θα επιστρέψει. Βρισκόμαστε στα σύνορα με την Τουρκία, οι ασθένειες μετακινούνται και οφείλουμε να ελέγχουμε εάν οι αρμόδιες υπηρεσίες κάνουν σωστά τη δουλειά τους», κατέληξε, τονίζοντας ότι τα αιτήματα του Φορέα θα παραμένουν «συγκεκριμένα, στοχευμένα και θα απευθύνονται εκεί όπου πρέπει».