
Το καρνάγιο της Επάνω Σκάλας αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι της ναυτικής και βιοτεχνικής ιστορίας της Μυτιλήνης. Εκεί όπου σήμερα επικρατεί σχετική ησυχία, κάποτε αντηχούσαν τα χτυπήματα των εργαλείων, οι φωνές των μαστόρων και οι εντολές των καραβοκύρηδων που περίμεναν τη σειρά τους για να βγάλουν τα σκάφη στη στεριά.
Ο καραβομαραγκός Μιχάλης Τριανταφύλλου, συνεχιστής μιας μεγάλης οικογενειακής παράδοσης, ξετυλίγει το νήμα της ιστορίας του καρνάγιου, περιγράφοντας έναν ολόκληρο κόσμο τεχνιτών που εργάζονταν δίπλα στη θάλασσα.
«Υπήρχαν πολλά καΐκια και πολλοί μάστορες», θυμάται. Καραβομαραγκοί, καλαφάτες και πρισκιτζήδες είχαν ο καθένας τη δική του ειδικότητα. Οι πρισκιτζήδες έσχιζαν και προετοίμαζαν τα ξύλα, οι καλαφάτες στεγανοποιούσαν τα σκάφη και οι καραβομαραγκοί κατασκεύαζαν τα ξύλινα σκαριά.
Στο καρνάγιο της Επάνω Σκάλας δεν γίνονταν μόνο επισκευές. Κατασκευάστηκαν και σημαντικά ξύλινα εμπορικά σκάφη, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μιχάλη Τριανταφύλλου, το «Σοφία» του Χοντουριάνογλου και το «Δέσπω» του Σαραντάκη. Δημιουργός τους ήταν ο Φώτης Ψαραδέλλης, θείος του πατέρα του και ένας από τους σημαντικούς καραβομαραγκούς της εποχής.
Από το παλιό καρνάγιο στη σημερινή θέση
Πριν από ένα αιώνα το καρνάγιο βρισκόταν πάνω από το σημερινό εμπορικό λιμάνι εκεί που σήμερα βρίσκεται το super market Μασούτης. Η μεταφορά του στη σημερινή του θέση συνδέεται, σύμφωνα με την οικογενειακή αφήγηση, με ένα από τα σημαντικότερα τοπόσημα της Μυτιλήνης, το Άγαλμα της Ελευθερίας.
Γύρω στο 1929 ο Φώτης Ψαραδέλλης ανέλαβε να τοποθετήσει το μεγάλο άγαλμα στη βάση του. Το έργο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν σύγχρονοι γερανοί και ανυψωτικά μηχανήματα.
Οι τεχνίτες αξιοποίησαν τις μεθόδους και τα εργαλεία του καρνάγιου. Με ξύλινους μοχλούς, τροχαλίες, «παλάγκα», γρύλους ανύψωσης και τις λεγόμενες «γάβριες», κατασκευές από τρεις μεγάλους ξύλινους κορμούς, κατάφεραν να μετακινήσουν και να ανυψώσουν σταδιακά το άγαλμα.
Τοποθετούσαν διαδοχικές σειρές ξύλινων βάσεων, έσερναν το άγαλμα σε μικρή απόσταση, το ανύψωναν ξανά και επαναλάμβαναν τη διαδικασία μέχρι να φτάσει στο ύψος του βάθρου. Ήταν ουσιαστικά η ίδια τεχνική με την οποία στήριζαν και ανέβαζαν τα βαριά σκάφη στη στεριά.
Το δύσκολο εγχείρημα ολοκληρώθηκε νωρίτερα από τον προβλεπόμενο χρόνο. Όταν ο τότε δήμαρχος ρώτησε τον Φώτη Ψαραδέλλη ποια αμοιβή επιθυμούσε, εκείνος δεν ζήτησε χρήματα. Ζήτησε έναν χώρο δίπλα στη θάλασσα για να συνεχίσει τη δουλειά του.
Αρχικά του παραχωρήθηκε μια έκταση πίσω από το ΙΚΑ. Δηλαδή μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από την σημερινή του θέση. Περίπου έναν χρόνο αργότερα, το καρνάγιο μεταφέρθηκε στη σημερινή, περισσότερο προστατευμένη από τους ανατολικούς ανέμους θέση του στην Επάνω Σκάλα. Αυτή ήταν, σύμφωνα με την αφήγηση, η ανταμοιβή του για τη συμβολή του στην τοποθέτηση του Αγάλματος της Ελευθερίας.
Όταν τα καΐκια περίμεναν στη σειρά
Τις επόμενες δεκαετίες το καρνάγιο γνώρισε μεγάλη άνθηση. Τα ξύλινα εμπορικά καΐκια ήταν πολλά και οι πλοιοκτήτες συχνά ανταγωνίζονταν για το ποιο σκάφος θα επισκευαζόταν και θα επέστρεφε πρώτο στη θάλασσα.
Τα πλοία εκείνης της εποχής δεν κινούνταν πλέον αποκλειστικά με πανιά. Είχαν μηχανές, ένα κατάρτι και μεγάλα αμπάρια για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Γνωστές οικογένειες και επιχειρηματίες της Μυτιλήνης διέθεταν δύο, τρία ή και περισσότερα σκάφη, διατηρώντας διαρκώς απασχολημένους τους τεχνίτες του καρνάγιου.
Καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του χώρου είχαν τα «βάζια», οι μεταλλικές κατασκευές επάνω στις οποίες καθόταν το σκάφος για να συρθεί έξω από τη θάλασσα. Αρχικά η κίνησή τους γινόταν με ατμομηχανή. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ένας μικρός πετρελαιοκινητήρας και στη συνέχεια ηλεκτρικό μοτέρ, με ειδικό μηχανισμό που πολλαπλασίαζε τη δύναμή του.
Ένας χώρος μνήμης που περιμένει να ξαναζωντανέψει
Σήμερα το καρνάγιο δεν λειτουργεί με την ένταση του παρελθόντος. Εξακολουθούν, ωστόσο, να γίνονται ορισμένες βοηθητικές εργασίες συντήρησης ξύλινων σκαφών, όπως καλαφάτισμα και στεγανοποίηση των υφάλων.
Παράλληλα, έχει δημιουργηθεί ένας μικρός εκθεσιακός χώρος με παλιά εργαλεία των καραβομαραγκών. Ο φωτισμός αναδεικνύει τον χώρο τις βραδινές ώρες, ενώ υπάρχουν σκέψεις για τη διοργάνωση εκδηλώσεων που θα φέρουν τους κατοίκους και τους επισκέπτες πιο κοντά στην ιστορία του.
Η μαρτυρία του Μιχάλη Τριανταφύλλου δεν καταγράφει μόνο την πορεία μιας οικογενειακής επιχείρησης. Διασώζει τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής, όταν το ξύλινο καΐκι, ο καραβομαραγκός και το καρνάγιο αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Μυτιλήνης.