
Με ένα μήνυμα αισιοδοξίας, αλλά και έντονου προβληματισμού για τις διαχρονικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, τοποθετήθηκε στην εκδήλωση για την επόμενη ημέρα της κτηνοτροφίας στη Λέσβο ο κτηνίατρος και εκπρόσωπος του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. Βασίλης Δελησταμάτης. Ήταν ο τρίτος κατά σειρά εισηγητής στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τετάρτης 22 Ιουλίου στο Δημοτικό Θέατρο Καλλονής από το Εργαστήριο Ζωικής Παραγωγής και Προστασίας Περιβάλλοντος του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ και τον Παλλεσβιακό Φορέα Πρωτογενούς Τομέα Λέσβου. Έχοντας πολυετή εμπειρία στη διαχείριση επιζωοτιών, ιδιαίτερα στον Έβρο, κάλεσε τους κτηνοτρόφους να μην εγκαταλείψουν το επάγγελμα, επισημαίνοντας ότι το μέλλον της λεσβιακής κτηνοτροφίας εξακολουθεί να υπάρχει.
«Επισκέφθηκα τη Λέσβο μόλις δεκαπέντε ημέρες μετά το πρώτο κρούσμα και αυτό που με χαροποίησε ιδιαίτερα ήταν ότι υπάρχει νέος κόσμος που ασχολείται με την κτηνοτροφία. Αυτό δεν πρέπει να σταματήσει. Ο αφθώδης πυρετός θα περάσει, με πόνο και λύπη, όμως το αύριο της κτηνοτροφίας πρέπει να παραμείνει», τόνισε.
Ο κ. Δελησταμάτης υπενθύμισε ότι η Λέσβος και ο Έβρος αποτελούν διαχρονικά τις δύο περιοχές της χώρας που πλήττονται πρώτες από σοβαρές ζωονόσους.
«Ιστορικά και στατιστικά, ο Έβρος και η Λέσβος είναι οι δύο περιοχές της Ελλάδας που δέχονται πρώτες τις επιζωοτίες. Γι' αυτό η Πολιτεία οφείλει να τις στελεχώσει με κτηνιάτρους», υπογράμμισε.
Όπως είπε, η ανάγκη αυτή είναι προφανής και δεν απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν όταν αναφέρθηκε στο οικονομικό κόστος των επιζωοτιών σε σύγκριση με το κόστος της πρόληψης.
Όπως αποκάλυψε, μετά την επιζωοτία του 2013-2014 το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. είχε υπολογίσει τα διαφυγόντα κέρδη και τα οικονομικά αποτελέσματα της κρίσης.
«Η ζημιά που προκλήθηκε τότε ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τα χρήματα αυτά θα αρκούσαν για να πληρωθούν οι μισθοί είκοσι κτηνιάτρων για σαράντα χρόνια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Και πρόσθεσε: «Γιατί λοιπόν να μην επενδύσουμε στην πρόληψη όταν πρέπει και να θυμόμαστε την ανάγκη στελέχωσης μόνο αφού γίνει η καταστροφή;»
Ο εκπρόσωπος του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. αναφέρθηκε και στην προσπάθεια που είχε γίνει πριν από δεκαετίες για τη δημιουργία Κέντρου Εξωτικών Νοσημάτων στην Ορεστιάδα.
Όπως είπε, η πρόταση είχε γίνει ήδη από τη δεκαετία του 1990, εισακούστηκε από τη Νομαρχία, το κτήριο κατασκευάστηκε, εξοπλίστηκε και εγκαινιάστηκε το 2009.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, το κέντρο δεν λειτούργησε ποτέ.
«Το θυμόμαστε κάθε φορά που εμφανίζεται μια νέα επιζωοτία. Αυτή τη φορά μας υποσχέθηκαν ότι, σε συνεργασία με τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, θα ξεκινήσει πιλοτικά να λειτουργεί για δύο χρόνια», είπε.
Ο Βασίλης Δελησταμάτης υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει, όπως όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα εργαστήριο αναφοράς για τον αφθώδη πυρετό, ωστόσο αυτό δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες μιας μεγάλης επιζωοτίας.
Όπως ανέφερε, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν δομές τόσο στη Λέσβο όσο και στον Έβρο, ώστε να επιταχύνεται η διάγνωση.
«Η γρήγορη διάγνωση, η γρήγορη θανάτωση όπου απαιτείται και η άμεση απολύμανση είναι καθοριστικές. Η φωτιά πρέπει να σβήσει τη στιγμή που ξεκινά. Αν χαθεί αυτή η ευκαιρία, θα έχουμε τα αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα στον Έβρο», υπογράμμισε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της βιοασφάλειας, χαρακτηρίζοντάς την το σημαντικότερο ίσως εργαλείο για τον περιορισμό της διασποράς της νόσου.
Απευθυνόμενος στους κτηνοτρόφους, είπε χαρακτηριστικά:
«Θα ήθελα σήμερα, φεύγοντας από εδώ, να υπάρχει ένα χαλάκι απολύμανσης που θα πατάτε πριν επιστρέψετε στα σπίτια και στις εκτροφές σας. Η βιοασφάλεια είναι ένας απλός τρόπος προστασίας, αλλά πρέπει να τηρείται ευλαβικά από όλους».
Ξεκαθάρισε μάλιστα ότι δεν αποδίδει ευθύνες στους παραγωγούς, αλλά μεταφέρει την εμπειρία του από τη διαχείριση αντίστοιχων κρίσεων.
«Δεν σας κατηγορώ ότι δεν το κάνετε. Θέλω όμως να σας πω ότι η σημασία της βιοασφάλειας για τον περιορισμό της διασποράς είναι πολύ μεγαλύτερη απ' όσο μπορείτε να φανταστείτε», σημείωσε.
Για να τεκμηριώσει τη θέση του, αναφέρθηκε σε πραγματικά περιστατικά από την πρόσφατη επιζωοτία της ευλογιάς στον Έβρο.
Όπως είπε, σε περιοχή όπου εμφανίστηκε το πρώτο κρούσμα και τηρήθηκαν αυστηρά όλα τα μέτρα βιοασφάλειας, η νόσος περιορίστηκε άμεσα.
«Οι κτηνοτρόφοι ακολούθησαν πιστά όλες τις οδηγίες, έγιναν απολυμάνσεις και η ευλογιά έσβησε με μία μόνο εστία», ανέφερε.
Αντίστοιχα, στην περιοχή των Φερών υπήρξαν τρεις εκτροφές που κατάφεραν να σωθούν μέσα στη γενικευμένη εξάπλωση της νόσου.
«Κάτι έκαναν σωστά αυτοί οι κτηνοτρόφοι που δεν το έκαναν όλοι οι υπόλοιποι. Ας δούμε το παράδειγμά τους», υπογράμμισε.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Βασίλης Δελησταμάτης αναγνώρισε ότι η κατάσταση που βιώνουν σήμερα οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου είναι εξαιρετικά δύσκολη, εξέφρασε όμως την ελπίδα ότι, σε σχέση με την πρώτη του επίσκεψη στο νησί, υπάρχουν πλέον οι προϋποθέσεις ώστε η διαχείριση της κρίσης να περάσει σταδιακά σε μια πιο αποτελεσματική φάση, με στόχο να διατηρηθεί ζωντανή η κτηνοτροφία της Λέσβου.