
Ένα από τα κεντρικά μηνύματα της εκδήλωσης για την επόμενη ημέρα της κτηνοτροφίας στη Λέσβο ήταν ότι η διαχείριση μιας επιζωοτίας δεν αποτελεί αποκλειστικά επιστημονικό ζήτημα, αλλά πρωτίστως πολιτική επιλογή. Τη θέση αυτή ανέπτυξε ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Γιώργος Βαλιάκος, ο οποίος υπογράμμισε ότι οι επιστήμονες καταθέτουν τεκμηριωμένες προτάσεις, όμως οι αποφάσεις λαμβάνονται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
«Οι επιστήμονες εκφράζουμε μια επιστημονική άποψη, την οποία στηρίζουμε σε δεδομένα. Τα δεδομένα μπορούν να ερμηνευθούν διαφορετικά και τελικά οι αποφάσεις για το πώς θα διαχειριστεί μια επιζωοτία είναι πολιτικές αποφάσεις», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος εξήγησε ότι μια κυβέρνηση δεν λαμβάνει υπόψη μόνο τα επιδημιολογικά δεδομένα, αλλά και οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους.
«Όλες οι διαχειριστικές αποφάσεις είναι πολιτικές, γιατί δεν αφορούν μόνο την επιδημιολογία. Υπάρχουν οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που συνυπολογίζονται», ανέφερε.
Αναφερόμενος στον αφθώδη πυρετό, ο κ. Βαλιάκος επισήμανε ότι πρόκειται για νόσημα της κατηγορίας Α, δηλαδή από εκείνα που απαιτούν εξαιρετικά γρήγορη αντίδραση.
Μάλιστα, επικαλέστηκε εμπειρίες από διεθνές συνέδριο στην Ισπανία, όπου επιστήμονες από αφρικανικές χώρες παρουσίασαν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία κάθε καθυστέρηση έχει δραματικές συνέπειες.
«Στην περίπτωση του αφθώδους πυρετού, καθυστέρηση 48 ωρών στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση ενός κρούσματος μπορεί να διπλασιάσει τη διασπορά της νόσου», ανέφερε.
Για να καταδείξει τη μεταδοτικότητα της ασθένειας, έκανε μάλιστα σύγκριση με την πανδημία του κορωνοϊού.
«Για τον Covid λέγαμε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να μεταδώσει τη νόσο σε περίπου είκοσι άτομα. Στον αφθώδη πυρετό ο αντίστοιχος αριθμός μπορεί να φτάσει τα 150», τόνισε.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι επιζωοτικοί έλεγχοι.
Όπως υποστήριξε, δεν έχει καμία επιστημονική αξία ένας έλεγχος που ολοκληρώνεται σε διάστημα πολλών μηνών.
«Δεν μπορεί να ξεκινάς να παίρνεις δείγματα και να χρειάζεσαι πέντε ή έξι μήνες για να περάσεις όλες τις εκτροφές. Όταν επιστρέψεις στις πρώτες μονάδες που ελέγχθηκαν πριν από τέσσερις μήνες, η εικόνα θα έχει ήδη αλλάξει», είπε.
Αντίθετα, εξήγησε ότι απαιτείται μια συνολική «φωτογραφία» της επιζωοτικής κατάστασης σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
«Πρέπει μέσα σε 20 έως 30 ημέρες να έχεις ολοκληρώσει έναν πλήρη κύκλο ελέγχων σε όλο το νησί. Να ξέρεις πού βρίσκεσαι, να εντοπίσεις τα προβλήματα και να περάσεις σε δεύτερο και τρίτο κύκλο ελέγχων», υπογράμμισε.
Ο καθηγητής απέδωσε μεγάλο μέρος των καθυστερήσεων στην υποστελέχωση των υπηρεσιών και των εργαστηρίων.
Χαρακτηριστικά συνέκρινε τις δυνατότητες ενός μεγάλου κτηνιατρικού εργαστηρίου της Ιταλίας με την κατάσταση στην Ελλάδα.
Όπως είπε, το εργαστήριο της περιφέρειας Βενετίας απασχολεί περίπου 700 εργαζομένους, ενώ το εργαστήριο αναφοράς της Λάρισας λειτουργεί με περίπου δέκα μόνιμους υπαλλήλους, οι οποίοι καλούνται να εξυπηρετήσουν ολόκληρη τη χώρα.
«Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν υπάρχουν οι υποδομές που απαιτούνται για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μια τόσο σοβαρή επιζωοτία», ανέφερε.
Ο κ. Βαλιάκος αποκάλυψε ότι είχε κληθεί από το Υπουργείο να καταθέσει την επιστημονική του άποψη όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα.
Όπως είπε, η πρότασή του ήταν σαφής.
«Εκείνη τη στιγμή πρότεινα κατασταλτικό εμβολιασμό σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων από την εστία και παράλληλα τη θανάτωση των μολυσμένων εκτροφών. Δηλαδή να εμβολιαστούν άμεσα όλα τα ζώα στην περιοχή ώστε να ανακοπεί η διασπορά και στη συνέχεια να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα», ανέφερε.
Παράλληλα σημείωσε ότι στη συνέχεια θα μπορούσε να εφαρμοστεί περιμετρικός προληπτικός εμβολιασμός, χωρίς να απαιτείται θανάτωση όλων των ζώων.
Ωστόσο ξεκαθάρισε ότι η δική του παρέμβαση ήταν αποκλειστικά επιστημονική.
«Εγώ εξέφρασα μια επιστημονική άποψη. Οι πολιτικοί και οι υπηρεσιακοί παράγοντες πήραν τη δική τους απόφαση. Δεν την κρίνω. Εκείνοι συνυπολογίζουν και άλλες παραμέτρους», είπε.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Γιώργος Βαλιάκος επανέλαβε ότι ο σημερινός ρυθμός επιζωοτικών ελέγχων δεν επαρκεί για να περιοριστεί η εξάπλωση του αφθώδους πυρετού.
«Δεν είναι ρυθμός αυτός επιτήρησης. Δεν έχει νόημα να εξετάζονται δέκα ή είκοσι εκτροφές την ημέρα όταν έχεις μπροστά σου μια τόσο σοβαρή επιζωοτία», υπογράμμισε.
Το βασικό συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν ότι η επιτυχής αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού προϋποθέτει άμεση κινητοποίηση προσωπικού, ενίσχυση των εργαστηρίων, ταχύτατη επιζωοτική επιτήρηση και έγκαιρες πολιτικές αποφάσεις, καθώς κάθε ημέρα καθυστέρησης αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου.