
Μια ιδιαίτερη πολιτιστική βραδιά, αφιερωμένη στη σχέση του Αλμπέρ Καμύ με την Ελλάδα και κυρίως με το Σίγρι, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 18 Ιουλίου στον προαύλιο χώρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου.
Μέσα από αφηγήσεις, αναγνώσεις και ηχητικά ντοκουμέντα, το κοινό είχε την ευκαιρία να γνωρίσει μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά του νομπελίστα συγγραφέα: τη βαθιά έλξη που του ασκούσαν το ελληνικό τοπίο, το φως του Αιγαίου, η μεσογειακή αντίληψη του μέτρου και η γενναιοδωρία των ανθρώπων της Λέσβου.
Η εκδήλωση διοργανώθηκε από τον Δήμο Δυτικής Λέσβου και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους, με την υποστήριξη του Γαλλικού Προξενείου Μυτιλήνης και του Fondation Jan Michalski.
«Εδώ θέλω να έρθω να ζήσω και να εργαστώ»
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο συγγραφέας και δημιουργός ραδιοφωνικών ντοκιμαντέρ τέχνης και πολιτισμού Γιώργος Αρχιμανδρίτης, ο οποίος ταξίδεψε το κοινό στις επισκέψεις, τις σκέψεις και τις εντυπώσεις του Καμύ από την Ελλάδα και τη Λέσβο.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε η αναφορά στην επίσκεψη του Γάλλου συγγραφέα στο Σίγρι και στον θαυμασμό που ένιωσε για τη λιτότητα του τοπίου, τους ανθρώπους και το Απολιθωμένο Δάσος. «Εδώ θέλω να έρθω να ζήσω και να εργαστώ», φέρεται να είπε ο Καμύ, δείχνοντας ένα απόμερο σπίτι κοντά στη θάλασσα.
Όταν ένας κάτοικος πληροφορήθηκε την επιθυμία του, του απάντησε αυθόρμητα: «Πάρ’ το, στο δίνω, είναι δικό σου. Έλα να κάτσεις όσο θες». Για τον Καμύ, η αυθόρμητη αυτή πράξη αποκάλυπτε τη γενναιοδωρία των ανθρώπων του Σιγρίου και επιβεβαίωνε την αίσθησή του ότι βρισκόταν σε έναν «τόπο των θεών», όπου ό,τι ζητήσει κανείς τού προσφέρεται απλόχερα.
Ο Γιώργος Αρχιμανδρίτης ανέφερε ότι ο ίδιος γνώρισε πρώτα το Σίγρι μέσα από τα σημειωματάρια του Καμύ και το βιβλίο της Λητώς Κατακουζηνού για τη συντροφιά της με τον συγγραφέα. Η εκδήλωση αποτέλεσε την αφορμή για την πρώτη του επίσκεψη στον τόπο που ο Καμύ είχε συνδέσει τόσο έντονα με τη ζωή και τη σκέψη του.
«Η ζωή και ο κόσμος τελειώνουν εδώ και ξανά αρχίζουν», ήταν η φράση του Καμύ που επανήλθε στη διάρκεια της βραδιάς, αποτυπώνοντας τη μοναδική αίσθηση που του είχε προκαλέσει το δυτικό άκρο της Λέσβου.
Το φως, το τοπίο και η καρδιά του Σιγρίου
Περιγράφοντας τη δική του πρώτη διαδρομή προς το χωριό, ο Γιώργος Αρχιμανδρίτης μίλησε για ένα τοπίο «στην άκρη του κόσμου». Αναφέρθηκε στα γυμνά βουνά, στις συνεχείς εναλλαγές της φύσης και στους απολιθωμένους κορμούς που προετοιμάζουν τον επισκέπτη για κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ξεχώρισε, μάλιστα, τη στιγμή κατά την οποία, από την κορυφή του λόφου, αποκαλύπτεται το Σίγρι και το χρυσό φως του ήλιου απλώνεται πάνω στο πέλαγος. Όπως σημείωσε, το τοπίο έχει αλλάξει από την εποχή κατά την οποία το αντίκρισε ο Καμύ, «η καρδιά του Σιγρίου, όμως, παραμένει ίδια».
«Στο τέλος του κόσμου θα γεννηθεί η αρχή»
Η επίτιμη πρόξενος της Γαλλίας σε Λέσβο και Λήμνο, Δρ. Σοφία Μπαρουτσάκη Τσιριγώτη, η οποία είχε την επιστημονική επιμέλεια της εκδήλωσης, ευχαρίστησε τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη για τον τρόπο με τον οποίο μετέφερε στο κοινό το πνεύμα και τη φωνή του Καμύ.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε ένα ευρύτερο εγχείρημα που φιλοδοξεί να κρατήσει ζωντανή την πνευματική παρουσία του συγγραφέα στο Σίγρι. «Ανοίγουμε τα πανιά στο πέλαγος για να φέρουμε το πνεύμα του και τη φωνή του μέσα από τη σιωπή», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την ελπίδα ότι αυτό που σχεδιάζεται «εδώ, στο τέλος του κόσμου, θα γίνει η αρχή του κόσμου».
Πολιτισμός που αναδεικνύει τον τόπο
Η αντιδήμαρχος Δυτικής Λέσβου Ζαχαρούλα Ιωακείμ χαρακτήρισε τη βραδιά εξαιρετική, τονίζοντας ότι μέσα από την παρουσίαση αναδείχθηκε η αγάπη του Καμύ για την Ελλάδα, τη Λέσβο και ιδιαίτερα το Σίγρι.
«Ο Καμύ αγάπησε πολύ το Σίγρι. Ο τόπος μας αναδεικνύεται μέσα από τέτοιες εκδηλώσεις, οι οποίες ανεβάζουν το επίπεδο του πολιτισμού», σημείωσε, ευχαριστώντας τη Σοφία Μπαρουτσάκη Τσιριγώτη για την πρωτοβουλία και τη συνεργασία με τον Δήμο Δυτικής Λέσβου.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την ανάγνωση αποσπάσματος από τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» και με μια αναφορά στην πίστη του Καμύ στη ζωή και στον άνθρωπο. Μια πίστη που, σύμφωνα με τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη, αποτέλεσε την ωραιότερη κληρονομιά που πρόσφερε η Ελλάδα στον Γάλλο συγγραφέα και εκείνος, με τη σειρά του, μετέφερε στο παγκόσμιο κοινό μέσα από το έργο του.