
Η θερινή ενεργειακή φτώχεια εξελίσσεται σε ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πλέον τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με νέα έρευνα της Greenpeace και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου. Τα ευρήματα δείχνουν ότι μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος της χώρας αδυνατεί να προστατεύσει τους κατοίκους από τις υψηλές θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα πολλές κατοικίες να μετατρέπονται σε χώρους έντονης θερμικής καταπόνησης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Η έρευνα καταγράφει εσωτερικές θερμοκρασίες που φτάνουν ακόμη και τους 38 βαθμούς Κελσίου, όταν το όριο θερμικής άνεσης θεωρείται περίπου στους 25 βαθμούς. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον μόνο στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά αφορά ευρύτερα τον ελληνικό οικιστικό ιστό, καθώς περισσότερες από τις μισές κατοικίες έχουν κατασκευαστεί πριν από την εφαρμογή του Κανονισμού Θερμομόνωσης το 1979.
Σύμφωνα με την έκθεση, σχεδόν το σύνολο του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται για πολλές ακόμη δεκαετίες, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα κρίσιμη την αναβάθμιση των κατοικιών απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών που δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για το συνολικό κόστος στέγασης, συμπεριλαμβανομένων των λογαριασμών κοινής ωφέλειας, είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η έρευνα βασίστηκε σε μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2025 σε 29 κατοικίες διαφορετικών τύπων και ηλικίας, κατανεμημένες σε έξι περιοχές της Ελλάδας και στις τέσσερις κλιματικές ζώνες της χώρας. Στα σπίτια εγκαταστάθηκαν ειδικοί σταθμοί που κατέγραφαν θερμοκρασία, υγρασία, διοξείδιο του άνθρακα και επίπεδα θορύβου.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι περισσότερες κατοικίες διατηρούν για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού εσωτερικές θερμοκρασίες μεταξύ 28 και 31 βαθμών Κελσίου, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι μέγιστες τιμές έφτασαν τους 34 έως και 38 βαθμούς.
Ιδιαίτερα στις αμόνωτες κατοικίες, οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν πάνω από τους 28-30 βαθμούς ακόμη και κατά τις νυχτερινές ώρες, καθώς η θερμότητα συσσωρεύεται στο κέλυφος του κτιρίου και δεν αποβάλλεται εύκολα.
Η έκθεση συνδέει τις υψηλές θερμοκρασίες στο εσωτερικό των κατοικιών με σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία και την ποιότητα ζωής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δυσκολία στον ύπνο, η μειωμένη συγκέντρωση και παραγωγικότητα, η θερμική εξάντληση, η αφυδάτωση και, σε ακραίες περιπτώσεις, η θερμοπληξία.
Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες επιβαρύνουν άτομα με καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, ενώ όσοι περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού λόγω οικονομικών δυσκολιών εκτίθενται για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε συνθήκες έντονης θερμικής δυσφορίας.
Σχεδόν το 70% των κατοίκων αμόνωτων κατοικιών δήλωσε ότι το σπίτι του υπερθερμαίνεται για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού, ενώ αντίστοιχο ποσοστό ανέφερε ότι η ζέστη επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά του. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες αξιολόγησαν επίσης αρνητικά την ποιότητα του ύπνου τους.
Πέρα από τη θερμοκρασία, η έρευνα ανέδειξε προβλήματα και στην ποιότητα του εσωτερικού αέρα. Σε ορισμένες κατοικίες οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα ξεπέρασαν τα 2.500 ppm, επίπεδα που θεωρούνται ιδιαίτερα επιβαρυντικά για την άνεση των χρηστών.
Αντίστοιχα, σε αρκετές περιοχές καταγράφηκαν υψηλά επίπεδα σχετικής υγρασίας, που ενισχύουν το αίσθημα δυσφορίας και μειώνουν την αποτελεσματικότητα των συστημάτων ψύξης, ενώ σε αμόνωτες κατοικίες οι μετρήσεις θορύβου υπερέβησαν τα διεθνώς προτεινόμενα όρια για ποιοτικό ύπνο.
Παρότι μέσω των διαδοχικών προγραμμάτων «Εξοικονομώ» έχουν πραγματοποιηθεί ενεργειακές παρεμβάσεις σε περισσότερες από 140.000 κατοικίες και προγραμματίζονται ακόμη 115.000, η Greenpeace εκτιμά ότι μεγάλο μέρος των ανακαινίσεων παραμένει επιφανειακό και δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πρόβλημα της υπερθέρμανσης.
Σύμφωνα με την οργάνωση, ακόμη και κατοικίες που έχουν υποστεί ήπιες ενεργειακές αναβαθμίσεις παρουσιάζουν θερμική συμπεριφορά παρόμοια με εκείνη των αμόνωτων κτιρίων.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, η Greenpeace προτείνει μια σειρά παρεμβάσεων, μεταξύ των οποίων τη μείωση συγκεκριμένων ρυθμιζόμενων χρεώσεων ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους θερινούς μήνες, τη δημιουργία θερινού επιδόματος ψύξης αντίστοιχου με το επίδομα θέρμανσης, την προώθηση ολοκληρωμένων ενεργειακών ανακαινίσεων και την αναμόρφωση του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων ώστε να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην προστασία από την υπερθέρμανση.
Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και η λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της ηλεκτροδότησης κατά τις περιόδους έντονων καυσώνων, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την προστασία της δημόσιας υγείας.