
Η συστηματική χρήση οθονών από βρέφη και νήπια ηλικίας κάτω των δύο ετών ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική, γνωστική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που χαρακτηρίζεται ως η πιο ολοκληρωμένη ανασκόπηση των διαθέσιμων διεθνών ερευνών μέχρι σήμερα.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες τεσσάρων βρετανικών πανεπιστημίων στο πλαίσιο της ομάδας Action on Digital Device Immersive Conditions Team, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανένα παιδί κάτω των δύο ετών δεν θα πρέπει να εκτίθεται σκόπιμα και σε τακτική βάση σε χρόνο οθόνης, καθώς οι πιθανοί κίνδυνοι υπερτερούν των όποιων ωφελειών.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η πρώιμη έκθεση σε smartphones, tablets και άλλες ψηφιακές συσκευές συνδέεται με λιγότερες ευκαιρίες αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο βρέφος και τους γονείς ή τους φροντιστές του, περιορισμένο σωματικό παιχνίδι, καθυστερήσεις στη γλωσσική ανάπτυξη, δυσκολίες στον ύπνο και αυξημένη υπερδιέγερση.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε πιθανές επιπτώσεις στην υγεία των ματιών, στην αύξηση του κινδύνου παιδικής παχυσαρκίας, αλλά και στη δημιουργία μιας σχέσης όπου το βρέφος στρέφεται στις ψηφιακές συσκευές για παρηγοριά αντί να αναζητά την επαφή με τον γονέα.
Αν και η μελέτη δεν τεκμηριώνει άμεση αιτιώδη σχέση ανάμεσα στον χρόνο οθόνης και συγκεκριμένες αναπτυξιακές διαταραχές, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δικαιολογούν μια ιδιαίτερα προσεκτική στάση απέναντι στη χρήση ψηφιακών συσκευών στις πρώτες 1.001 ημέρες ζωής, περίοδο που θεωρείται καθοριστική για την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Η ερευνητική ομάδα καλεί τις αρμόδιες αρχές να επανεξετάσουν τις επίσημες οδηγίες σχετικά με τον χρόνο οθόνης για παιδιά κάτω των πέντε ετών.
Αν και οι ισχύουσες συστάσεις προτείνουν ήδη την αποφυγή της χρήσης οθονών πριν από την ηλικία των δύο ετών, επιτρέπουν εξαιρέσεις για κοινές δραστηριότητες με τους γονείς, όπως βιντεοκλήσεις ή εκπαιδευτικές εφαρμογές.
Οι επιστήμονες εκφράζουν τον φόβο ότι αυτές οι εξαιρέσεις μπορεί να παρερμηνευθούν ως ένδειξη ότι η χρήση οθονών είναι γενικά ασφαλής ή ακόμη και ωφέλιμη για τα βρέφη.
Για τον λόγο αυτό προτείνουν τη δημιουργία ειδικής αξιολόγησης κινδύνου για τον χρόνο οθόνης στα βρέφη, ώστε οι επαγγελματίες υγείας να μπορούν να εντοπίζουν έγκαιρα οικογένειες που χρειάζονται υποστήριξη.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι γονείς συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με αντικρουόμενα μηνύματα και περιορισμένη καθοδήγηση σχετικά με τη χρήση ψηφιακών συσκευών στην καθημερινή ανατροφή των παιδιών.
Όπως υποστηρίζουν, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στους εφήβους και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ η έκθεση των βρεφών στις οθόνες παραμένει ένα σχετικά παραμελημένο ζήτημα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η πρώην υπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Άντρεα Λίντσομ, χαρακτηρίζοντας τη μελέτη «ηχηρό καμπανάκι αφύπνισης» και τονίζοντας ότι η ευθύνη δεν μπορεί να βαραίνει αποκλειστικά τους γονείς, αλλά και τις δημόσιες πολιτικές, τις υπηρεσίες υποστήριξης των οικογενειών και τις ίδιες τις εταιρείες τεχνολογίας.
Από την πλευρά της, η επίτροπος για τα Δικαιώματα του Παιδιού στην Αγγλία, Ρέιτσελ ντε Σόουζα, υπογράμμισε ότι οι ισχύουσες οδηγίες παραμένουν σαφείς ως προς την αποφυγή της χρήσης οθονών πριν από την ηλικία των δύο ετών, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως οι βιντεοκλήσεις με συγγενείς, η περιορισμένη κοινή χρήση οθονών αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητας πολλών οικογενειών.
Η μελέτη αναμένεται να τροφοδοτήσει εκ νέου τη διεθνή συζήτηση γύρω από τον ψηφιακό τρόπο ζωής των παιδιών και τις επιπτώσεις της ολοένα αυξανόμενης παρουσίας των οθονών από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους.