
Η επιλογή της πλειοψηφίας του Νομαρχιακού Τμήματος Λέσβου της ΑΔΕΔΥ να μην συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση για τις καταγγελίες εργαζομένων στην Υπηρεσία Καθαριότητας του Δήμου Μυτιλήνης προκαλεί πλέον σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως κορυφαίο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσίων υπαλλήλων του νησιού.
Το θέμα αναδεικνύει με ανακοίνωσή της η ΔΑΚΕ Δημοσίου Τομέα Λέσβου, η οποία καταγγέλλει ότι παρά το έγγραφο αίτημα που κατέθεσε στις 17 Ιουνίου για άμεση σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, η πλειοψηφία του προεδρείου προτίμησε να μην ανοίξει καν τη συζήτηση για μια υπόθεση που έχει ήδη προκαλέσει δημόσιες αντιδράσεις και καταγγελίες.
Η στάση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς δεν αφορά ένα δευτερεύον υπηρεσιακό ζήτημα, αλλά μια υπόθεση για την οποία έχουν τοποθετηθεί δημόσια ο Σύλλογος Εργαζομένων ΟΤΑ Λέσβου, εργαζόμενοι της υπηρεσίας και άλλοι συνδικαλιστικοί φορείς. Παρ' όλα αυτά, η ΑΔΕΔΥ Λέσβου εμφανίζεται να παραμένει θεατής των εξελίξεων.
Όταν η σιωπή γίνεται πολιτική επιλογή
Η ουσία της κριτικής που ασκεί η ΔΑΚΕ δεν περιορίζεται στην άρνηση σύγκλησης μιας συνεδρίασης. Εστιάζει κυρίως στο γεγονός ότι η πλειοψηφία της ΑΔΕΔΥ δεν έχει μέχρι σήμερα εκφράσει καμία δημόσια θέση για τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί.
Πρόκειται για μια στάση που προκαλεί εύλογο προβληματισμό, καθώς η ΑΔΕΔΥ παραδοσιακά παρεμβαίνει δυναμικά σε ζητήματα που αφορούν εργασιακά δικαιώματα, συνθήκες εργασίας και συμπεριφορές σε βάρος εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η ίδια αυτή ευαισθησία φαίνεται να απουσιάζει.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός συνδικαλιστικού οργάνου που ενώ θα έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης των εργαζομένων, επιλέγει να παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση.
Απούσα από μια κρίσιμη υπόθεση
Ακόμη πιο δύσκολα εξηγείται το γεγονός ότι δεν έγινε αποδεκτό ούτε το αίτημα να κληθεί στη συνεδρίαση εκπρόσωπος του Συλλόγου Εργαζομένων ΟΤΑ Λέσβου ώστε να παρουσιάσει επίσημα τα στοιχεία και τις καταγγελίες που έχουν δημοσιοποιηθεί.
Σε μια περίοδο που το κύρος των συνδικαλιστικών οργανώσεων δοκιμάζεται, η επιλογή να μη διερευνηθεί καν μια τέτοια υπόθεση δημιουργεί την εντύπωση ότι η πλειοψηφία της ΑΔΕΔΥ επιθυμεί να αποφύγει μια πολιτικά δύσκολη συζήτηση.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που επιχειρεί να αναδείξει η ΔΑΚΕ. Ότι δηλαδή δεν πρόκειται απλώς για αδράνεια, αλλά για μια συνειδητή επιλογή αποστασιοποίησης από ένα θέμα που αφορά εργαζόμενους οι οποίοι ζητούν δημόσια στήριξη.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά της ΔΑΚΕ στους «λαλίστατους αγωνιστές» της πλειοψηφίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η μαχητικότητα που συχνά επιδεικνύεται σε άλλες περιπτώσεις εξαφανίζεται όταν η υπόθεση αγγίζει συγκεκριμένα πρόσωπα ή πολιτικές ισορροπίες.
Η κατηγορία αυτή είναι ίσως η πιο σοβαρή που διατυπώνεται, καθώς αμφισβητεί ευθέως την αξιοπιστία και τη συνέπεια της συνδικαλιστικής δράσης της πλειοψηφίας.
Διότι όταν οι εργαζόμενοι βλέπουν διαφορετικά αντανακλαστικά από υπόθεση σε υπόθεση, είναι αναπόφευκτο να γεννώνται ερωτήματα για το αν εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια σε όλες τις περιπτώσεις.
Η ΑΔΕΔΥ οφείλει απαντήσεις
Η ανακοίνωση της ΔΑΚΕ καταλήγει σε ένα πολιτικό συμπέρασμα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Ότι η ουδετερότητα σε μια υπόθεση που αφορά καταγγελίες εργαζομένων δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως θεσμική στάση.
Ανεξάρτητα από το ποια είναι η πραγματική διάσταση των καταγγελιών, ο ρόλος της ΑΔΕΔΥ δεν είναι να σιωπά αλλά να διερευνά, να ακούει και να τοποθετείται. Η επιλογή της πλειοψηφίας να μην προχωρήσει ούτε καν στη συζήτηση του θέματος αφήνει ένα κενό εκπροσώπησης που γίνεται ολοένα και πιο εμφανές.
Για τον λόγο αυτό η πίεση προς την ΑΔΕΔΥ Λέσβου αυξάνεται. Και όσο δεν δίνονται απαντήσεις για τη στάση που τηρήθηκε, τόσο θα ενισχύεται η εντύπωση ότι σε μια στιγμή που οι εργαζόμενοι ζητούσαν παρέμβαση, η πλειοψηφία του κορυφαίου συνδικαλιστικού οργάνου του νησιού επέλεξε τη σιωπή.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΔΑΚΕ Δημοσίου έχει ως εξής:
Για άλλη μια φορά, η πλειοψηφία του προεδρείου του Νομαρχιακού Τμήματος Λέσβου της ΑΔΕΔΥ επέλεξε τη σιωπή και την αδράνεια απέναντι σε ένα σοβαρό περιστατικό που αφορά εργαζόμενους στην Υπηρεσία Καθαριότητας του Δήμου Μυτιλήνης.
Παρά το έγγραφο αίτημά μας της 17ης Ιουνίου 2026 για άμεση σύγκληση έκτακτης συνεδρίασης, προκειμένου να εξεταστεί το περιστατικό και να καθοριστεί η στάση και οι ενέργειες του Ν.Τ. Λέσβου της ΑΔΕΔΥ, το προεδρείο αρνήθηκε ουσιαστικά να ανταποκριθεί στις ευθύνες του.
Ζητήσαμε να κληθεί ο Πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων ΟΤΑ Λέσβου ή εκπρόσωπος του Συλλόγου, ώστε να ενημερώσει επίσημα το Διοικητικό Συμβούλιο και να ληφθούν αποφάσεις στήριξης των εργαζομένων. Αντί αυτού, επιλέχθηκε η τακτική της αποσιώπησης.
Την ώρα που εργαζόμενοι καταγγέλλουν συμπεριφορές και δηλώσεις, την ώρα που ο Σύλλογος Εργαζομένων ΟΤΑ Λέσβου έχει προχωρήσει σε δημόσιες καταγγελίες και εργαζόμενοι έχουν απευθυνθεί ακόμη και στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση, το προεδρείο της ΑΔΕΔΥ επιλέγει να παρακολουθεί αμέτοχο.
Οι κατά τα άλλα λαλίστατοι «αγωνιστές» του προεδρείου, που δεν χάνουν ευκαιρία να εμφανίζονται ως υπερασπιστές των εργαζομένων, οφείλουν να εξηγήσουν γιατί τηρούν εκκωφαντική σιωπή όταν οι εργαζόμενοι ζητούν έμπρακτη στήριξη.
Θα συνεχίσουν να ανέχονται τέτοιες συμπεριφορές;
Θα συνεχίσουν να κρύβονται πίσω από δικαιολογίες του τύπου «Τι να κάνουμε, αυτός είναι ο Αντιδήμαρχος»; Ή θα σταθούν επιτέλους στο ύψος του θεσμικού και συνδικαλιστικού τους ρόλου;
Οι εργαζόμενοι δεν έχουν ανάγκη από σιωπηλούς παρατηρητές ούτε από συνδικαλιστές δύο μέτρων και δύο σταθμών. Έχουν ανάγκη από εκπροσώπους που να υπερασπίζονται έμπρακτα τα δικαιώματά τους, ανεξάρτητα από πρόσωπα, αξιώματα και πολιτικές σκοπιμότητες.
Η ανοχή απέναντι σε συμπεριφορές που προσβάλλουν εργαζόμενους δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.Καλούμε το προεδρείο του Ν.Τ. Λέσβου της ΑΔΕΔΥ να εγκαταλείψει τη στάση σιωπής και να πάρει δημόσια και ξεκάθαρη θέση. Οι εργαζόμενοι απαιτούν απαντήσεις και όχι υπεκφυγές.