
Η Λέσβος, ένα νησί που βασίζεται στην κτηνοτροφία, στο ελαιόλαδο και τον τουρισμό, αυτή την περίοδο αντιμετωπίζει το σημαντικό πρόβλημα του αφδώδους πυρετού στα δίχηλα ζώα εκτροφής/κτηνοτροφίας (βόδια, πρόβατα, κατσίκες). Ο αφδώδης πυρετός (ΑΦΠ) είναι μία εκ των ασθενειών που ταλαιπωρούν τα εν λόγω μηρυκαστικά τώρα στην Ελλάδα (μία άλλη, π.χ. είναι η ευλογιά που έχει χτυπήσει άλλα μέρη της Ελλάδας). Ο ΑΦΠ, αν και μη μεταδοτικός στον άνθρωπο, για να εξαλειφθεί απαιτεί τις μαζικές εξοντώσεις κοπαδιών και καραντίνα. Δυστυχώς, η πρακτική λέει ότι αν εμφανιστούν κάποια ζώα θετικά στην ασθένεια, όλο το κοπάδι πρέπει να εξοντωθεί. Κατάσταση δυσάρεστη για τους κτηνοτρόφους, τα ίδια τα ζώα, αλλά και το περιβάλλον. Θα σταθώ στο τελευταίο και στο θέμα της διάθεσης των πτωμάτων των ζώων εκτροφής ως στερεό απόβλητο.
Στη Λέσβο, πάνω από 65.000 αιγοπρόβατα έχουν σφαγιαστεί έως σήμερα και ο αριθμός αυτός αυξάνεται διαρκώς, με πρόσφατα κρούσματα να έχουν εντοπιστεί και στη ΒΑ Λέσβο. Η οικονομική επιβάρυνση στους κτηνοτρόφους και στο νησί είναι σημαντική. Πέραν αυτού, υπάρχει ένα τρομακτικό περιβαλλοντικό αδιέξοδο στο νησί που σχετίζεται με την ορθή διαχείριση των νεκρών ζώων, που πλέον καθίστανται μολυσματικά στερεά απόβλητα, όπως θα δείξω στη συνέχεια.
Η πρόσφατη πρακτική διαχείρισης
Η ανεξέλεγκτη ταφή των πτωμάτων μετά τη σφαγή, που εφαρμοζόταν μέχρι πρόσφατα, αποτελεί μία υγειονομική βόμβα, αφού απειλεί την ποιότητα των επιφανειακών και υπόγειων νερών, του ιδίου του εδάφους, και τελικά της δημόσιας υγείας. Η σήψη των πτωμάτων οδηγεί σε απελευθέρωση παθογόνων μικροοργανισμών, ακόμα και αν κάποια ζώα στο κοπάδι ήταν υγιή. Το δε οργανικό φορτίο που απελευθερώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα είναι τεράστιο. Η αναερόβια σήψη που συμβαίνει μετά την ταφή, οδηγεί σε απελευθέρωση μεθανίου, που είναι αέριο θερμοκηπίου.
Μακάρι οι έως τώρα ανεξέλεγκτες ταφές, που πρόσφατα σταμάτησαν, να είχαν υλοποιηθεί μακριά από επιφανειακά νερά και σε πετρώματα αδιαπέρατα στο νερό και σε βαθείς υδροφορείς. Αυτό είναι αμφίβολο. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα νησί με περιορισμένους υδατικούς πόρους, που πρέπει να διαφυλαχθούν με κάθε μέσο. Βέβαια, η παραπάνω μη ορθή τακτική της ανεξέλεγκτης ταφής είχε, σαν μόνο θετικό, το ότι η διάθεση των πτωμάτων γινόταν επιτόπια, και έτσι αποφευγόταν η μεταφορά των ζώων και των πτωμάτων τους εντός του νησιού (που πιθανά να διέσπειρε περαιτέρω τη νόσο).
Η κατηγοριοποίηση των πτωμάτων των ζώων εκτροφής ως υποπροϊόντα και ως απόβλητα
Στην ευρωπαϊκή νομοθεσία υπάρχουν δύο κατατάξεις για τα προϊόντα μία παραγωγικής διαδικασίας: το απόβλητο και το υπο προϊόν. Καμιά φορά μπορεί αυτά να ταυτίζονται ή, το αν κάποιο υλικό ανήκει στη μία ή στην άλλη κατηγορία, να έχει να κάνει με τοπικές και εμπορικές συνθήκες. Το πρώτο (το απόβλητο) είναι κάτι που δεν έχει αξία για τον ιδιοκτήτη του και αυτός πρέπει να το «πετάξει» ή υποχρεούται να το κάνει αυτό. Το «υποπροϊόν» δεν είναι απόβλητο, διότι έχει κάποια περεταίρω χρήση και προέρχεται από κάποια παραγωγική διαδικασία που παράγει καταρχάς κάποιο κύριο προϊόν.
Τι θεωρούνται τα σφάγια και πτώματα των ζώων εκτροφής βάσει ευρωπαϊκής νομοθεσίας; Κάποια από τα σφάγια από κτηνοτροφικές διεργασίες μπορεί να είναι υποπροϊόντα και άλλα απόβλητα. Παραδειγματικά, το δέρμα των ζώων μετά τη σφαγή δεν είναι απόβλητο, αλλά υποπροϊόν αφού έχει περαιτέρω χρήση. Τα ζωικά υποπροϊόντα, βάσει του κανονισμού 1069/2009 της ΕΕ, έχουν 3 κατηγορίες. Ένα ζωικό υποπροϊόν της κατηγορίας 3 έχει το χαμηλότερο υγειονομικό ρίσκο ενώ η κατηγορία 1 έχει το υψηλότερο. Παραδειγματικά, μέρη των σφαγίων από υγιή ζώα που χρησιμοποιούνται μετά από επεξεργασία (ξήρανση, άλεση, κ.λπ.) ως φαγητό για κατοικίδια είναι υποπροϊόν κατηγορίας 3. Τα πτώματα ζώων με μολυσματικές ασθένειες, που δεν είναι επικίνδυνες για τον άνθρωπο, ανήκουν στην κατηγορία 2 των ζωικών υποπροϊόντων (μέτριο υγειονομικό ρίσκο). Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν θα έπρεπε καν να κατατάσσονται αυτά ως υπο-προϊόντα, ειδικά στη Λέσβο.
Τι γίνεται με τον ορισμό απόβλητα τώρα, τον άλλο σημαντικό ορισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Η ευρωπαϊκή νομοθεσία κάνει χρήση ενός καταλόγου, του Ευρωπαϊκού Καταλόγου Αποβλήτων (ΕΚΑ) για να κατατάξει όλα τα στερεά απόβλητα στην Ευρώπη σε κατηγορίες. Ο ΕΚΑ αποτελείται από 20 μεγάλες κατηγορίες και κάθε απόβλητο ανήκει σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες και δηλώνεται από έναν εξαψήφιο κωδικό. Όλα δε τα απόβλητα στον ΕΚΑ διαχωρίζονται σε μη επικίνδυνα και επικίνδυνα. Ο διαχωρισμός στις δύο αυτές κατηγορίες είναι άκρως σημαντικός, αφού καθορίζει τον τρόπο και τα κόστη διαχείρισής τους. Προφανώς, τα επικίνδυνα απόβλητα απαιτούν πιο προσεκτική και πιο ακριβή διαχείριση σε σχέση με τα μη επικίνδυνα απόβλητα (όπως είναι τα οικιακά/αστικά). Μάλιστα, στον ΕΚΑ, τα επικίνδυνα απόβλητα εμφανίζουν, αμέσως μετά τον κωδικό τους, και ένα αστεράκι ως σήμανση αυτής της επικινδυνότητας.
Τα άχρηστα υπολείμματα μετά από σφαγή ζώων εκτροφής, λοιπόν, ανήκουν, βάσει ΕΚΑ, στην μη επικίνδυνη κατηγορία 02 01 02 ή/και 02 02 02, και έχουν τον χαρακτηρισμό «απόβλητα ιστών ζώων». Επειδή αυτά, μετά από αδρανοποίηση, μπορούν να αξιοποιηθούν (π.χ. για χρήση petfood) τότε ταυτόχρονα είναι και υποπροϊόντα κατηγορίας 3. Επειδή είναι μη επικίνδυνα απόβλητα, μετά την όποια αξιοποίηση τμημάτων τους, τα υπόλοιπα μέρη μπορούν να ταφούν σε ΧΥΤΑ αστικών απορριμμάτων ή να οδηγηθούν σε άλλη διαχείριση (αναερόβια χώνευση). Η ταφή, εν γένει, δεν είναι επιθυμητή, και συχνά μη επιτρεπτή καν, λόγω της απαγόρευσης ταφής βιοαποδομήσιμων υλικών σε ευρωπαϊκούς ΧΥΤΑ. Εναλλακτικά μπορούν να οδηγηθούν σε καύση.
Τι γίνεται όμως με τα πτώματα ζώων που ανήκαν σε κοπάδι με κρούσματα μολυσματικής ασθένειας, όπως αυτά του ΑΦΠ. Λόγω των μολυσματικών ιδιοτήτων τους, αυτά πρέπει διατεθούν ορθώς, αφού δεν έχουν αξία, και άρα είναι απόβλητα. Η νομοθεσία αναφέρει ότι τα πτώματα ζώων από μολυσματικές ασθένειες μπορεί να είναι και ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 2 (μέτριο υγειονομικό ρίσκο) εκτός από απόβλητα. Και εδώ υπάρχει μία σύγχυση.
Εφόσον πρέπει να ξεφορτωθούμε τα παραπάνω πτώματα, αυτά καθίστανται απόβλητα. Καισε τι κατηγορία ανήκουν βάσει ΕΚΑ; Εδώ η νομοθεσία δεν είναι πλήρως σαφής διότι όταν η ασθένεια δεν είναι μολυσματική για τον άνθρωπο, τα σφάγια αυτά θα μπορούσαν να συνεχίζουν να ανήκουν στην μη επικίνδυνη κατηγορία αποβλήτων με κωδικό 02 01 02 (απόβλητα ιστών ζώων). Όμως, δεν παύει να είναι πτώματα που προέρχονται από κοπάδι με μολυσματική ασθένεια και συνεπώς είναι πιο λογική η κατηγοριοποίησή τους στην κατηγορία 18 του ΕΚΑ. Η κατηγορία 18 του ΕΚΑ έχει τον τίτλο «απόβλητα από την υγειονομική περίθαλψη ανθρώπων ή ζώων ή/και από σχετικές έρευνες» και κυριαρχείται από επικίνδυνα απόβλητα.
Και εδώ βέβαια θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί αυτά τα πτώματα, αφού δεν προέρχονται από κτηνιατρείο, να ταυτίζονται με κτηνιατρικά μολυσματικά απόβλητα. Αυτό γίνεται διότι έχουν μολυσματικές ιδιότητες και η εξολόθρευση των ζώων γίνεται τυπικά παρουσία κτηνιάτρου. Ειδικότερα, δε, τα μολυσμένα πτώματα ανήκουν στην υποκατηγορία 18 02 02* (δείτε το αστεράκι) που είναι «απόβλητα των οποίων η συλλογή και διάθεση έχει ειδικές απαιτήσεις ώστε να αποφευχθεί η μόλυνση» και είναι επικίνδυνα. Η ιδιότητα που καθιστά επικίνδυνο το συγκεκριμένο απόβλητο (δηλαδή τα πτώματα των «μολυσμένων» ζώων) είναι η μολυσματικότητα (που στην Ευρώπη ορίζεται ως ιδιότητα HP9). Στην περίπτωση των συγκεκριμένων αποβλήτων, όπως θα φανεί παρακάτω, η μόνη αποτελεσματική διαχείρισή τους είναι η καύση (αποτέφρωση).
Η διαχείριση των μολυσμένων πτωμάτων των ζώων εκτροφής
Πρόσφατα στη Λέσβο, τα πτώματα των ζώων άρχισαν να θάβονται στο μοναδικό χώρο υγειονομικής ταφής (αστικών) απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) που υπάρχει στο νησί. Ο ΧΥΤΑ αυτός είναι σχεδόν κορεσμένος, όπως εξάλλου και οι περισσότεροι ΧΥΤΑ στην Ελλάδα. Η διάθεση αυτή ακούγεται αρχικά ως μία αρτιότερη διαχείριση σε σχέση με την ανεξέλεγκτη ταφή, αφού ο ΧΥΤΑ έχει χωροθετηθεί σε τοποθεσία με σχετικά βαθειά υπόγεια νερά, έχει τεχνητούς φραγμούς για στεγάνωση του πυθμένα και αποτροπή της ρύπανσης υπογείων νερών και έχει και άλλα λειτουργικά χαρακτηριστικά που διασφαλίζουν μία υγειονομική ταφή.
Το ενδιαφέρον, όμως, εδώ είναι ότι τα πτώματα τελικά θάβονται στην ευρύτερη περιοχή του οικοπέδου του ΧΥΤΑ, αλλά όχι μαζί με τα αστικά απορρίμματα, και άρα όχι σε σημεία που υπάρχει στεγάνωση του πυθμένα! Δηλαδή, δεν θάβονται εντός των ορίων του στεγανωμένου χώρου ταφής με συνέπεια να υπάρχει πιθανή διαρροή στραγγισμάτων στο υπέδαφος / υπόγεια νερά. Επιπρόσθετα, η σήψη των πτωμάτων, που γίνεται αναερόβια, οδηγεί σε παραγωγή μεθανίου, που είναι αέριο θερμοκηπίου και το οποίο δεν συλλέγεται, όπως θα ίσχυε σε έναν κλασσικό ΧΥΤΑ. Τελικά, δηλαδή, μιλάμε πάλι για μία μη ορθή διαχείριση αφού η ταφή δεν είναι υγειονομική, αν και φαινομενικά λαμβάνει χώρα «εντός» ενός ΧΥΤΑ (απλά εντός των ορίων του).
Αλλά, ακόμα και αν η ταφή των πτωμάτων αυτών γινόταν μαζί με τα αστικά απορρίμματα και στις περιοχές του ΧΥΤΑ (κελιά) με μονωμένο πυθμένα, πόσο ορθό και νόμιμο θα ήταν κάτι τέτοιο; Δεν θα ήταν, διότι ένα επικίνδυνο και μολυσματικό απόβλητο δεν μπορεί να ταφεί σε απλό ΧΥΤΑ αστικών αποβλήτων!
Η νομοθετικά ορθή διαχείριση των συγκεκριμένων μολυσματικών αποβλήτων της κατηγορίας 18 02 02* είναι, κατά σειρά προτεραιότητας,
α) η αποτέφρωση σε ελεγχόμενους κλιβάνους επικινδύνων αποβλήτων, που δεν υπάρχουν στη Λέσβο,
β) ως τελευταία λύση, η ταφή τους σε χώρους υγειονομικής ταφής επικινδύνων αποβλήτων (ΧΥΤΕΑ). Οι ΧΥΤΕΑ είναι χώροι ταφής απορριμμάτων που έχουν πιο αυστηρά κριτήρια κατασκευής σε σχέση με τους κλασσικούς ΧΥΤΑ μη επικινδύνων αποβλήτων (αστικού τύπου). ΧΥΤΕΑ δεν υπάρχουν στην Ελλάδα και, αν υπήρχαν, θα βρίσκονταν κάπου στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Σχετικά με την αποτέφρωση (σημείο α), μόνο στην Αττική υπάρχει ένας αποτεφρωτήρας για ιατρικά επικίνδυνα απόβλητα που δέχεται μεταξύ άλλων και κατηγορίες αποβλήτων με κωδικό 18 02 02*, όπως και τα πτώματα των ζώων. Όμως, αυτός ο αποτεφρωτήρας δεν θα μπορούσε να δεχτεί τις τεράστιες αυτές ποσότητες νεκρών ζώων (τα οποία μάλιστα θα έπρεπε να μεταφερθούν ακτοπλοϊκώς στην Αττική σε ψυγεία κάτι που δεν είναι επιθυμητό και μάλλον τεχνικά ανέφικτο).
Άρα υπάρχει ένα αδιέξοδο αφού φαίνεται ότι δεν υπάρχει τελικά λύση ορθής και νομικά επιτρεπτής διάθεσης των πτωμάτων των (ταλαίπωρων) αμνοεριφίων.
Η βέλτιστη λύση στο αδιέξοδο
Άρα, τι μπορεί να γίνει ώστε να περιοριστεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της διάθεσης των πτωμάτων; Θα πρέπει να επιλεχθεί κάτι που, αν και δεν ακολουθεί αυστηρά τις νομοθετικές προδιαγραφές, να είναι το βέλτιστο για την κατάσταση της Λέσβου. Είναι σαν να πρέπει να επιλέξει κανείς μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Και τα δύο είναι ανεπιθύμητα, όμως ένα πρέπει να επιλεγεί. Και αυτό είναι η καύση των πτωμάτων σε βαθείς λάκκους, και σε διάσπαρτα σημεία σε εγγύτητα με τους χώρους σφαγής και με εφαρμογή εξωτερικού καυσίμου. Ιδανικά, όχι δίπλα σε οικισμούς, ούτε κοντά σε δασικές εκτάσεις. Σίγουρα θα υπάρχουν αέριες εκπομπές από την ανεξέλεγκτη αυτή καύση, αλλά η αποτέφρωση διασφαλίζει α) την πλήρη εξόντωση του μικροβιακού φορτίου, β) μειώνει δραστικά τη μάζα των αποβλήτων, γ) δεν οδηγεί σε παραγωγή του θερμοκηπιακού μεθανίου και δ) διασφαλίζει την ποιότητα των τόσο σημαντικών για το νησί υπογείων και επιφανειακών νερών. Η καύση, βέβαια, παράγει μικρές ποσότητες τέφρας που μπορούν να διατεθούν στον υπάρχοντα ΧΥΤΑ ή απλά να παραμείνουν στο χώρο καύσης και να γίνει επίχωση με έδαφος.
Για να συντηρηθεί η καύση, λόγω της υψηλής υγρασίας των πτωμάτων, απαιτείται αρκετό εξωτερικό καύσιμο (π.χ. πετρέλαιο), η προμήθεια του οποίου έχει κόστος. Και εδώ πρέπει, επιτέλους, να δείξει το παρόν η πολιτεία και, μεταξύ άλλων, να καλύψει πλήρως το κόστος του εξωτερικού καυσίμου και της διάνοιξης των λάκκων καύσης και της μετέπειτα επίχωσης. Είναι λύση γρήγορη, εφικτή με τις λιγότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε σύγκριση με την ταφή.
Συμπερασματικά
Συμπερασματικά, αυτό που γίνεται τώρα στη Λέσβο, όσον αφορά τη διαχείριση των σφαγιασθέντων ζώων δεν είναι περιβαλλοντικά ορθό. Η ταφή σχεδόν σίγουρα θα επιβαρύνει την ποιότητα των νερών και ταυτόχρονα συμμετέχει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η ορθότερη (μη βέλτιστη!) λύση είναι η επιτόπια αποτέφρωση σε λάκκους με την οικονομική στήριξη της πολιτείας.
Στο άρθρο αυτό στάθηκα μόνο στο κομμάτι της ορθότερης περιβαλλοντικής διαχείρισης των πτωμάτων. Στο όλο θέμα, υπάρχουν οικονομικές διαστάσεις (καταστροφή της οικονομίας του νησιού) και κοινωνικές διαστάσεις. Επεκτείνοντας τη σκέψη μου, πέραν της περιβαλλοντικής διάστασης, θεωρώ ότι έπρεπε να είχαν ληφθεί εξ αρχής μέτρα στήριξης των κτηνοτρόφων, μετά τα πρώτα κρούσματα, ώστε να αποτραπεί η εξάπλωση της νόσου στο ταλαιπωρημένο νησί της Λέσβου. Φοβάμαι οτι το νησί παραμελήθηκε εξ αρχής και η κατάσταση ξέφυγε εκτός ελέγχου. Ο εμβολιασμός των ζώων, η ενδελεχής τήρηση της καραντίνας και η αποτροπή των σφαγών, είναι ο απώτερος στόχος.
Ξάνθη (20/06/2026)