«Μήπως τελικά δεν κάνω καλή διαχείριση;» Είναι μια σκέψη που περνά από το μυαλό εκατομμυρίων Ελλήνων κάθε μήνα, όταν ο μισθός εξαφανίζεται πολύ πριν φτάσει η επόμενη πληρωμή. Τα στοιχεία της Eurostat, όμως, δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο θέμα διαχείρισης. Είναι και θέμα χώρας.
Η Ελλάδα του 2026 εμφανίζεται να πληρώνει ακριβότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια σειρά βασικών αγαθών, την ίδια στιγμή που οι πολίτες της βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις σε αγοραστική δύναμη και εισόδημα.
Η πιο εντυπωσιακή αντίφαση αφορά τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ελλάδα είναι η ακριβότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα γαλακτοκομικά, με τιμές σχεδόν 30% υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και αυτό συμβαίνει σε έναν τόπο που υπερηφανεύεται για την ποιότητα των τυριών, του γάλακτος και των παραδοσιακών γαλακτοκομικών της προϊόντων. Στον τόπο που γέννησε τη φέτα, την γραβιέρα και μια σειρά ακόμη από premium τυριά πρώτα στη λίστα των καλύτερων γαλακτοκομικών προϊόντων του κόσμου.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στα ψάρια. Μια χώρα με χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής, εκατοντάδες νησιά και βαθιά αλιευτική παράδοση συγκαταλέγεται στις ακριβότερες της Ευρώπης στις τιμές των αλιευμάτων.
Το ίδιο παράδοξο συναντά κανείς και στο ελαιόλαδο. Η Ελλάδα είναι μία από τις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγικές χώρες του κόσμου. Παρ' όλα αυτά, οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα το προϊόν που παράγει ο τόπος τους, βλέποντας τις τιμές να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα ακόμη και σε περιόδους αυξημένης παραγωγής.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η στέγη έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς εφιάλτες. Περισσότερο από το 35% του διαθέσιμου εισοδήματος ενός νοικοκυριού κατευθύνεται στη στέγαση, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμό πολύ ταχύτερο από αυτόν που καταγράφεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, πιέζοντας ιδιαίτερα τους νέους και τις οικογένειες.
Κι ενώ οι τιμές θυμίζουν συχνά πλούσιες ευρωπαϊκές οικονομίες, οι μισθοί δεν τις ακολουθούν. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει περίπου 20% χαμηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα κατατάσσει τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ένωσης.
Στοιχεία γροθιά στο στομάχι
| Δείκτης |
Ελλάδα σε σχέση με ΕΕ-27 |
| Γαλακτοκομικά προϊόντα |
+29,9% ακριβότερα |
| Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες |
+26,9% ακριβότερες |
| Ψάρια |
+11,4% ακριβότερα |
| Ελαιόλαδο |
+7,5% ακριβότερο |
| Καύσιμα κίνησης |
+4,5% ακριβότερα |
| Δημητριακά |
+4,2% ακριβότερα |
| Έπιπλα και εξοπλισμός κατοικίας |
+2,6% ακριβότερα |
| Εξοπλισμός πληροφορικής και τεχνολογίας |
+2,1% ακριβότερος |
| Τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά |
+5,3% ακριβότερα |
| Είδη ένδυσης |
-4,5% φθηνότερα |
| Υποδήματα |
-5,9% φθηνότερα |
| Ξενοδοχεία και εστίαση |
-13,9% φθηνότερα |
Εισοδήματα και αγοραστική δύναμη
| Δείκτης |
Ελλάδα |
| Κατά κεφαλήν ΑΕΠ |
-32% σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ |
| Αγοραστική δύναμη |
-20% σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ |
| Δαπάνες στέγασης |
35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος |
| Μέσος όρος ΕΕ στις δαπάνες στέγασης |
19,2% |
| Ετήσια αύξηση ενοικίων στην Ελλάδα |
+7,7% |
| Ετήσια αύξηση ενοικίων στην ΕΕ-27 |
+3,0% |