
Στις περιοχές της Ελλάδας με υψηλή έως πολύ υψηλή καταλληλότητα για ελαιοκαλλιέργεια συγκαταλέγεται η Λέσβος, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που χαρτογραφεί για πρώτη φορά σε εθνικό επίπεδο τη γεωμορφολογική και κλιματική καταλληλότητα της χώρας για την ανάπτυξη ελαιώνων. Η έρευνα αυτή έρχεται να διαψεύσει όσους τα προηγούμενα χρόνια με αρκετή αφέλεια δήλωναν πως ο ελαιώνας της Λέσβου είναι γερασμένος και πιθανότατα χρειάζεται να γίνει αλλαγή της καλλιέργειας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που τέτοιες απόψεις εκφράστηκαν στο νησί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι Λέσβιοι ελαιοπαραγωγοί πιέζονταν να ξεριζώσουν τις ελιές τους και να φυτέψουν αμυγδαλιές. Εκείνη την εποχή από κάποιους θεωρήθηκε πως η ελαιοκομία δεν έχει μέλη στο νησί της Λέσβου. Μισό αιώνα μετά οι ελαιοπαραγωγοί αλλά και τα γερασμένα λιόδεντρα απέδειξαν πως τέτοιες προσεγγίσεις ήταν εντελώς λανθασμένες.
Η μελέτη με τίτλο «Mapping the Climatic Suitability for Olive Groves in Greece» δημοσιεύθηκε το 2025 στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό της MDPI και εκπονήθηκε από τους ερευνητές Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Φωτούλα Δρούλια, Ανδρονίκη Μαυρίδη και Πέτρος Ρούσσος από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν γεωμορφολογικά δεδομένα, όπως υψόμετρο, κλίση και προσανατολισμό εδάφους, καθώς και κλιματικούς δείκτες όπως θερμοκρασίες, βροχοπτώσεις και ημέρες παγετού για την περίοδο 1970–2000. Κάθε παράμετρος βαθμολογήθηκε σε κλίμακα 0 έως 10 και στη συνέχεια δημιουργήθηκε ένας συνολικός δείκτης καταλληλότητας.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι περίπου το 60% της ελληνικής επικράτειας εμφανίζει πολύ υψηλή συνολική καταλληλότητα για ελαιοκαλλιέργεια, ενώ μεμονωμένα το 34,44% παρουσιάζει άριστες γεωμορφολογικές συνθήκες και το 59,4% άριστες κλιματικές συνθήκες.
Στους θεματικούς χάρτες της έρευνας, η Λέσβος εντάσσεται στις περιοχές με υψηλές βαθμολογίες καταλληλότητας, κυρίως στις κατηγορίες 8 και 9. Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού εμφανίζει ευνοϊκές θερμοκρασίες, περιορισμένο αριθμό παγετών και επαρκή επίπεδα βροχόπτωσης, στοιχεία που συνθέτουν ένα ιδιαίτερα κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη ελαιώνων. Οι λιγότερο ευνοϊκές ζώνες εντοπίζονται κυρίως σε ορεινά τμήματα.
Η έρευνα επιβεβαιώνει επιστημονικά αυτό που η τοπική παραγωγική εμπειρία γνωρίζει διαχρονικά, ότι η Λέσβος διαθέτει φυσικές και κλιματικές προϋποθέσεις που ευνοούν την ελαιοκαλλιέργεια. Παράλληλα, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι το μοντέλο δεν ενσωματώνει ακόμη παράγοντες όπως η ποιότητα εδάφους, η άρδευση ή κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, αφήνοντας περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση και εξειδίκευση.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το μοντέλο μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για τον σχεδιασμό αγροτικής πολιτικής και για την πρόβλεψη μεταβολών στην καταλληλότητα των ελαιοκαλλιεργειών υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής, προσφέροντας μια επιστημονική βάση για τον μελλοντικό σχεδιασμό της ελαιοπαραγωγής σε περιοχές όπως η Λέσβος.