
Τους λόγους για τους οποίους οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου δεν ενεπλάκησαν στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της χώρας, εξηγεί μιλώντας στο «Ν» ο αντιπρόεδρος της ΠΕΦΑΣΥ Γιάννης Φλωρίδης, ο οποίος δραστηριοποιείται εδώ και πολλά χρόνια στο νησί, συμβάλλοντας στην ενημέρωση και τη στήριξη των παραγωγών.
Όπως σημειώνει, τίποτα δεν προέκυψε τυχαία. Τα τελευταία 15 χρόνια, όπως τονίζει, υπήρξε μια συνειδητή και συστηματική προσπάθεια ώστε οι αγρότες της Λέσβου να κατανοήσουν εγκαίρως τους κινδύνους των παρατυπιών και να τους αποφύγουν. «Προσπαθήσαμε να δώσουμε σε όλους να καταλάβουν ότι αυτό που σήμερα εμφανίστηκε σε άλλες περιοχές, εμείς έπρεπε να το προλάβουμε», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η κοινωνική συνοχή στον αγροτικό τομέα του νησιού. Παραγωγοί, μεταποιητές, μελετητές και επαγγελματίες του χώρου λειτούργησαν ως μια ενιαία αλυσίδα, με κοινό στόχο τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα. «Όλοι όσοι εμπλεκόμαστε, από τον αγρότη μέχρι τη μεταποίηση, παίξαμε σημαντικό ρόλο για να μη δούμε τα παρατράγουδα που βλέπουμε αλλού», επισημαίνει.
Ο Γιάννης Φλωρίδης δεν παραλείπει να αποδώσει τα εύσημα στους ίδιους τους παραγωγούς. Όπως τονίζει, ιδιαίτερα οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου συνέβαλαν αποφασιστικά στην ενίσχυση της αγροτικής οικονομίας και του τοπικού ΑΕΠ, βασιζόμενοι στην πραγματική παραγωγή και όχι στις πρόσκαιρες εισοδηματικές ενισχύσεις. Η αιγοπροβατοτροφία αποτέλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο, βασικό πυλώνα ανάπτυξης, δημιουργώντας σταθερό εισόδημα και προοπτική.
Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία των υποδομών και της στήριξης από την αυτοδιοίκηση και την πολιτεία. Δήμος, Περιφέρεια και υπηρεσίες, όπως αναφέρει, οφείλουν να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναν σύγχρονο και ανθεκτικό πρωτογενή τομέα. Φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα τη διαχείριση των ζωονόσων, επισημαίνοντας ότι χάρη στην εμπειρία προηγούμενων ετών και στις έγκαιρες παρεμβάσεις, το νησί κατάφερε να προστατευτεί σε μεγάλο βαθμό.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη συνολική συμβολή του πρωτογενούς τομέα στην τοπική οικονομία. Όπως σημειώνει, περίπου 12.000 άνθρωποι στο νησί αντλούν άμεσα ή έμμεσα εισόδημα από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, είτε ως κύριο επάγγελμα είτε ως βασική συμπληρωματική δραστηριότητα. Σε μια περιοχή με περιορισμένη τουριστική περίοδο, ο πρωτογενής τομέας παραμένει ο βασικός κινητήριος μοχλός ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στη Λέσβο έχει διαμορφωθεί σταδιακά ένα ολοκληρωμένο μοντέλο που συνδέει την παραγωγή, τη μεταποίηση και τον τουρισμό. Ένα μοντέλο που, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθώς συνδυάζει τοπικούς πόρους, ανθρώπινο δυναμικό και συνεργασία.
Ο Γιάννης Φλωρίδης στέλνει, ωστόσο, και ένα μήνυμα εγρήγορσης για το μέλλον. Εκτιμά ότι μετά το τέλος των πρόσφατων αγροτικών κινητοποιήσεων, είναι αναγκαίο να αλλάξει η νοοτροπία και να αναληφθούν νέες πρωτοβουλίες τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, ώστε οι επενδύσεις στον πρωτογενή τομέα να ενισχυθούν.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει για τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, όπως αυτές με χώρες της Λατινικής Αμερικής, τονίζοντας ότι ενδέχεται να αποτελέσουν το επόμενο σοβαρό πλήγμα για την ελληνική αγροτική παραγωγή. «Το καμπανάκι έχει ήδη χτυπήσει», σημειώνει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη έγκαιρης προετοιμασίας.
Κλείνοντας, επισημαίνει ότι η εμπειρία της Λέσβου δείχνει πως όταν υπάρχει ενημέρωση, συνεργασία και προσήλωση στην πραγματική παραγωγή, μπορούν να αποφευχθούν παθογένειες που αλλού διογκώνονται. «Το σημαντικό είναι να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο και να προετοιμαστούμε σωστά για όσα έρχονται», καταλήγει.