
Η συμφωνία ΕΕ Mercosur παρουσιάζεται στην Ευρώπη κυρίως μέσα από το πρίσμα των δικών μας φόβων, των τιμών, των εισαγωγών κρέατος και των πιέσεων που θα δεχθούν οι ευρωπαίοι παραγωγοί. Στη Λατινική Αμερική, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη και, όπως λέει η καθηγήτρια Αστικής Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου Κρίστη Πετροπούλου, οι κοινωνίες εκεί κουβαλούν ήδη εμπειρία δεκαετιών από το μοντέλο που η συμφωνία έρχεται να βαθύνει. Μιλώντας στο 99 fm ΣΤΟ ΝΗΣΙ και την εκπομπή «Μιλάμε Οικονομικά», περιέγραψε ένα πεδίο έντονης σύγκρουσης, όπου οι κυβερνήσεις και οι μεγάλες επιχειρηματικές ελίτ χαιρετίζουν, ενώ μεγάλα κοινωνικά κινήματα, μικροί παραγωγοί, ιθαγενικές κοινότητες, ψαράδες και συνδικάτα αντιδρούν στη συμφωνία.
Η ίδια ξεκινά από τη βασική διάκριση, ανάλογα με το ποιος κοιτά τη συμφωνία και από ποια θέση. Από τη μία, όπως σημείωσε, η υπογραφή χαιρετίζεται από ηγεσίες και πολιτικές δυνάμεις που συνδέονται με το μεγάλο κεφάλαιο και την αγροτοβιομηχανία, αναφέροντας ενδεικτικά τον Μιλέι (Πρόεδρος της Αγεντινής) και ομάδες που στήριξαν τον Μπολσονάρου (πρώην Πρόεδρος της Βραζιλίας). Από την άλλη, υπάρχουν κινήματα με μαζική βάση, όπως η Via Campesina και το κίνημα των Χωρίς Γη, μαζί με ιθαγενικά κινήματα και εργατικά συνδικάτα, που αντιμετωπίζουν τη συμφωνία ως απειλή.
Συμφωνία με νεοαποικιακό χαρακτήρα
Στην καρδιά της κριτικής τους, όπως την περιγράφει η καθηγήτρια, βρίσκεται ένα μοτίβο ανταλλαγών που θυμίζει παλαιότερα σχήματα εξάρτησης. Κατά την εκτίμησή της, η συμφωνία ενισχύει ένα νεοαποικιακό πρότυπο, όπου από τη Λατινική Αμερική φεύγουν προς την Ευρώπη ορυκτός πλούτος και αγροτικά προϊόντα και επιστρέφουν βιομηχανικά προϊόντα. Το αποτέλεσμα, όπως είπε, είναι η αποβιομηχάνιση σε χώρες όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία, με ιδιαίτερη πίεση στην Αργεντινή που έχει ήδη περάσει κύκλους βαθιάς κρίσης. Παράλληλα, ενισχύεται η επέκταση των μεγάλων αγροτοβιομηχανικών συμπλεγμάτων, εις βάρος δασών, ιθαγενικών γαιών και, τελικά, των μικρών καλλιεργητών.
Αποβιομηχάνιση καταγγέλλουν τα εργατικά συνδικάτα
Η Πετροπούλου επιμένει ότι πρόκειται για διαρθρωτικό ζήτημα με ιστορικές ρίζες. Μιλά για συνέχεια της αποικιοκρατίας, για την οποία, όπως ανέφερε, η «κατάκτηση» ήταν στην ουσία αποικιοκρατία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και το γεγονός ότι μεγάλα αγροτοβιομηχανικά σχήματα έχουν δεσμούς (ή είναι θυγατρικές εταιρέιες) με ευρωπαϊκά και αμερικανικά συμφέροντα, ενώ αντίστοιχες αλυσίδες εμφανίζονται και στη βιομηχανία. Περιγράφει ένα σενάριο όπου παραγωγικές μονάδες στη Λατινική Αμερική υποβαθμίζονται και μετατρέπονται σε χώρους συναρμολόγησης, με την παραγωγή να μετακινείται εκεί όπου το εργατικό κόστος είναι χαμηλότερο.
Μεγαλώνει η περιβαλλοντική καταστροφή
Η πιο σκληρή εικόνα που μεταφέρει από το πεδίο αφορά το περιβάλλον και την κοινωνική ζωή που σβήνει. Περιέγραψε εκτάσεις που άλλοτε ήταν δάσος και τώρα είναι «χιλιόμετρα όπου δεν υπάρχει ζωή». Μετέφερε μάλιστα τον όρο που, όπως είπε, χρησιμοποιούν οι ντόπιοι, «πεθαμένη γη». Μια γη που ψεκάζεται συστηματικά με ζιζανιοκτόνα και φυτοφάρμακα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη γλυφοσάτη, που οδηγεί σε οικολογική ερημοποίηση και εκτοπισμούς κοινοτήτων. Σημείωσε ότι το πλήγμα αφορά όχι μόνο Βραζιλία και Αργεντινή, αλλά και χώρες όπως η Βολιβία, η Ουρουγουάη και η Παραγουάη, όπου υπάρχουν πολλές ιθαγενικές κοινότητες που βιοπορίζονται από γη. Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στις γυναίκες, λέγοντας ότι συχνά σηκώνουν το βάρος των μετακινήσεων και της επιβίωσης όταν οι κοινότητες εκτοπίζονται.
Νέα κύματα μεταναστών από την Αφρική στη Λατινική Αμερική
Στην ίδια ανάλυση εντάσσει και ένα θέμα που, όπως είπε, δεν αναδεικνύεται όσο θα έπρεπε, τη μετανάστευση. Υποστήριξε ότι σε ορισμένες περιοχές λειτουργούν σύγχρονες μορφές εκμετάλλευσης εργατών χωρίς χαρτιά, ιδίως σε σφαγεία και βαριές εργασίες, με επικίνδυνες συνθήκες και χημική επιβάρυνση. Το συνέδεσε με ένα αναβιωμένο «τριγωνικό εμπόριο» σε σύγχρονους όρους, μια εκτίμηση που η ίδια παρουσίασε ως δική της προσέγγιση.
Ακτήμονες αγρότες στη Βραζιλία
Κομβικό σημείο της συνέντευξης ήταν η παρουσίαση του κινήματος των Χωρίς Γη στη Βραζιλία, ενός κινήματος που γεννήθηκε στη διάρκεια της δικτατορίας και συγκροτήθηκε από λίγους ανθρώπους με επιρροές από τη θεολογία της απελευθέρωσης και την αριστερά. Σήμερα, όπως είπε, αριθμεί 1,3 εκατομμύρια μέλη και παίζει καθοριστικό ρόλο, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά. Περιέγραψε τη δράση του ως μια πρακτική αγροτικής μεταρρύθμισης στην πράξη, με καταλήψεις γης, εγκατάσταση κοινοτήτων, δημιουργία σχολείων και μικρών μονάδων παραγωγής, με βιολογικό τρόπο και προσεγμένη παραγωγή. Στάθηκε επίσης στη δύναμη των αγροτοβιομηχανικών συμφερόντων στη Βουλή και στη Γερουσία, επισημαίνοντας ότι ακόμη και με κυβερνητικές αλλαγές δεν είναι εύκολη η νομοθέτηση για την αναγνώριση ιθαγενικών γαιών.
342 δολοφονίες περιβαλλοντικών ακτιβιστών
Στη Βραζιλία, ανέφερε και τη βία που συνοδεύει τις συγκρούσεις, κάνοντας λόγο για 342 δολοφονίες περιβαλλοντικών ακτιβιστών σε 10 χρόνια, με αύξηση στην περίοδο Μπολσονάρου και επίκεντρο την Αμαζονία. Στην Αργεντινή, όπως είπε, η εικόνα έχει ιδιαιτερότητες, με ιστορικά διαφορετική πορεία μεταρρύθμισης, αλλά και με ισχυρές συγκρούσεις γύρω από μεγάλες ιδιοκτησίες και εταιρικά συμφέροντα, αναφέροντας ως παράδειγμα την επέκταση της Benetton σε βάρος ιθαγενικών γαιών στον Νότο. Παρουσίασε επίσης ένα πολύπλοκο μωσαϊκό κινημάτων, από τη Via Campesina μέχρι συνεταιριστικές ομοσπονδίες και συνδικάτα, αλλά και το φαινόμενο των «ανακτημένων εργοστασίων», που υπολόγισε σε περίπου 400.
Η Λατινική Αμερική βασικός τροφοδότης της Κίνας
Στο ερώτημα αν η συμφωνία είναι αναγκαία για να μην «χαθεί» η αγορά της Λατινικής Αμερικής προς όφελος ΗΠΑ και Κίνας, η Πετροπούλου αναγνώρισε ότι η Κίνα ήδη απορροφά τεράστιους όγκους προϊόντων, όπως σόγια, αλλά σημείωσε ότι οι μικροί παραγωγοί δεν είναι αυτοί που εξάγουν. Το «παιχνίδι», όπως το έθεσε, παίζεται ανάμεσα στις μεγάλες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών αγροτοβιομηχανιών και, κυρίως, των μεγάλων χημικών βιομηχανιών που παράγουν ζιζανιοκτόνα και φυτοφάρμακα. Η εκτίμησή της είναι ότι από τη μία πλευρά θα συνεχιστούν οι εξαγωγές χημικών με χαμηλότερους δασμούς και από την άλλη θα έρχονται πιο εύκολα στην Ευρώπη προϊόντα που έχουν παραχθεί με ουσίες οι οποίες εδώ έχουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις.
Ο δράση των Ευρωπαϊκών χημικών βιομηχανιών
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γλυφοσάτη και η αλυσίδα εταιρικών μετασχηματισμών γύρω από τη Monsanto και την Bayer, όπως ανέφερε. Έφερε ακόμη το παράδειγμα του Μεξικού, όπου προσπάθειες περιορισμού της γλυφοσάτης για τρόφιμα προκάλεσαν ισχυρές πιέσεις. Στη Βραζιλία, είπε, τα κινήματα πιέζουν να σταματήσει η χρήση ζιζανιοκτόνων και γενετικά τροποποιημένων προϊόντων, αλλά η πολιτική ισχύς των αγροτοβιομηχανικών συμπλεγμάτων λειτουργεί ως φρένο.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε και την ευρωπαϊκή διάσταση, με μια παρατήρηση που λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Η Πετροπούλου υπενθύμισε ότι και στην Ευρώπη η συγκέντρωση γης είναι έντονη, λέγοντας ότι 300 επιχειρηματίες ελέγχουν πάνω από το 50% της αγροτικής γης, με την Ανατολική Ευρώπη να έχει παίξει ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Αυτό, όπως τόνισε, εξηγεί γιατί τα κινήματα μικρών αγροτών στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική αναζητούν συνεργασίες, βλέποντας τη σύγκρουση ως κοινή. «Είναι ζήτημα ζωής», υπογράμμισε, επιμένοντας ότι η τροφή είναι η βάση της ζωής και ότι οι συμφωνίες αυτού του τύπου δεν είναι απλώς οικονομικές, αλλά βαθιά κοινωνικές και περιβαλλοντικές.
Κερδίζουν οι μεγάλοι χάνουν οι μικροί
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τη συνέντευξη είναι ότι η συμφωνία ΕΕ Mercosur δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως εμπορικό κείμενο, αλλά ως μηχανισμός που αναδιατάσσει ισορροπίες, ενισχύει μεγάλους παίκτες, πιέζει μικρούς παραγωγούς και επιβαρύνει οικοσυστήματα. Και αυτό, όπως δείχνει η αφήγηση της Πετροπούλου, δεν είναι μια συζήτηση που αφορά μόνο τους ευρωπαίους αγρότες. Είναι μια σύγκρουση που διαπερνά ηπείρους, συνδέει κοινωνίες και, τελικά, βάζει στο επίκεντρο το ερώτημα ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει το κόστος της «ανάπτυξης».