
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου Κώστας Μουτζούρης, αναφερόμενος στην κατάσταση του οδικού άξονα Καλλονής – Σιγρίου, στο περιθώριο της χθεσινής συνάντησής του με τον καθηγητή Ευθύμιο Λέκκα για τις καταπτώσεις βράχων στη Μελίντα.
Ο Περιφερειάρχης απηύθυνε δημόσια έκκληση προς το αρμόδιο Υπουργείο να προχωρήσει άμεσα σε παρεμβάσεις, τονίζοντας πως είναι αδιανόητο ένας δρόμος που εγκαινιάστηκε με κάθε επισημότητα να παρουσιάζει σήμερα σοβαρά ζητήματα ασφάλειας.
«Είναι ντροπή να κλείνει ένας δρόμος που εγκαινιάστηκε»
Ο κ. Μουτζούρης υπογράμμισε ότι ο δρόμος εγκαινιάστηκε παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του αρμόδιου Υπουργού, ωστόσο σήμερα παραμένει κλειστός σε τμήμα του λόγω καταπτώσεων βράχων και άλλων τεχνικών προβλημάτων.
«Είναι ντροπή όταν έγιναν εγκαίνια από τον ίδιο Πρωθυπουργό και τον αρμόδιο Υπουργό να έχουμε κλειστεί την οδό γιατί υπάρχουν καταπτώσεις πραγμών και άλλα προβλήματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, μεταφέροντας το θέμα σε καθαρά πολιτικό επίπεδο ευθύνης.
«Να μας δώσουν τα χρήματα και το κάνουμε εμείς»
Ο Περιφερειάρχης ξεκαθάρισε ότι έχει ήδη θέσει το ζήτημα στην κυβέρνηση και ζήτησε είτε άμεση αποκατάσταση από το Υπουργείο είτε μεταφορά των προβλεπόμενων κονδυλίων στην Περιφέρεια.
«Αν δεν θέλουν να μας δώσουν τα λεφτά, το κάνουμε εμείς. Να μας δώσουν τα κονδύλια και θα το ολοκληρώσουμε εμείς τον δρόμο, που αγαπάμε τον τόπο», σημείωσε, δίνοντας το στίγμα μιας Περιφερειακής Αρχής που δηλώνει διατεθειμένη να αναλάβει πρωτοβουλία.
Ένας δρόμος που έγινε σύμβολο κυβερνητικής ασυνέπειας
Ο οδικός άξονας που συνδέει την Καλλονή με το Σίγρι, αντί να λειτουργεί ως ασφαλής και σύγχρονη υποδομή, έχει μετατραπεί σε σύμβολο κυβερνητικής ασυνέπειας και παρατεταμένης αδιαφορίας. Παρά τα επίσημα εγκαίνια στις 19 Απριλίου 2024 από τον Πρωθυπουργό και τις δεσμεύσεις για ένα πλήρως ολοκληρωμένο έργο, μεγάλα τμήματα του δρόμου παραμένουν κλειστά ή προβληματικά.
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η κατάσταση στο κομμάτι από τον κόμβο της Ιεράς Μονής Λειμώνος έως τον κόμβο της Φίλιας, όπου η κυκλοφορία έχει διακοπεί εδώ και μήνες. Το αποτέλεσμα είναι καθημερινή ταλαιπωρία για τους κατοίκους, καθυστερήσεις στις μετακινήσεις, αυξημένο κόστος για επαγγελματίες και σοβαρό πλήγμα στον τουρισμό της δυτικής Λέσβου.
Ο Περιφερειάρχης, παρότι δεν έχει άμεση αρμοδιότητα για το έργο, έχει επανειλημμένα ζητήσει την άμεση κινητοποίηση του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, επισημαίνοντας τον κίνδυνο για την ασφάλεια των πολιτών και τις επιπτώσεις στην τοπική οικονομία. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχει υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση.
Από τις φιέστες των εγκαινίων στις απαγορεύσεις κυκλοφορίας
Το έργο παρουσιάστηκε εξαρχής ως εμβληματικό για τη Λέσβο και ως απόδειξη κρατικής μέριμνας για την ανάπτυξη της περιφέρειας. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά τα εγκαίνια, άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρές τεχνικές αδυναμίες, ελλιπείς παρεμβάσεις στα πρανή και προβλήματα απορροής υδάτων.
Στις 5 Δεκεμβρίου 2024, η Περιφέρεια συγκάλεσε σύσκεψη με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και συνέταξε αναλυτική καταγραφή των ελλείψεων, την οποία διαβίβασε στο Υπουργείο. Ακολούθησε νέα σύσκεψη στις 21 Δεκεμβρίου 2024 στην Αθήνα, με σαφές αίτημα να προχωρήσουν άμεσα εργασίες αποκατάστασης είτε μέσω επέκτασης της εργολαβίας είτε με νέα σύμβαση.
Παρά τις επισημάνσεις, δεν υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση. Την άνοιξη του 2025, το ίδιο το Υπουργείο απαγόρευσε την κυκλοφορία σε μεγάλο τμήμα του δρόμου, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας λόγω κατολισθήσεων, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι το έργο είχε παραδοθεί χωρίς να πληροί πλήρως τις απαιτούμενες προδιαγραφές.
Μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο σχέδιο αποκατάστασης ούτε σαφές χρονοδιάγραμμα εργασιών. Οι οδηγοί συνεχίζουν να κινούνται με ανασφάλεια ή να αναγκάζονται σε μεγάλες παρακάμψεις.
Η νέα κατολίσθηση που έγινε στις αρχές Φεβρουαρίου 2024 και μάλιστα σε τμήματα που δεν ανήκουν στον κλειστο κομμάτι του δρόμου επιβεβαιώνει ότι ο δρόμος Καλλονής – Σιγρίου παραμένει ένα ανολοκλήρωτο και επισφαλές έργο. Για την τοπική κοινωνία, το ζητούμενο δεν είναι νέες εξαγγελίες, αλλά άμεσες παρεμβάσεις με διαφάνεια, τεχνική επάρκεια και ουσιαστικό σεβασμό στην ασφάλεια και την καθημερινότητα των πολιτών.