
Αποκαλυπτικός σε ό,τι αφορά την κυβερνητική πολιτική στη δημόσια Υγεία, και αναλυτικός σε ό,τι αφορά τις ελλείψεις που αντιμετωπίζει το «Βοστάνειο» και τα Κέντρα Υγείας στη Λέσβο, άσκησε ο πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Λέσβου, Αλέξανδρος Ζάμπρας, μιλώντας στο ραδιόφωνο του «Ν» στους 99 fm.
Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε η πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Υγείας στη Λέσβο, με τον κ. Ζάμπρα να περιγράφει μια πραγματικότητα αρκετά διαφορετική από την εικόνα που, όπως είπε, επιχειρεί να προβληθεί μέσα από δηλώσεις και δημόσιες παρεμβάσεις.
«Η υποδοχή του υπουργού ήταν αυτή που έπρεπε»
Σχολιάζοντας την παρουσία του υπουργού Υγείας στα νοσοκομεία, ο πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Λέσβου ανέφερε ότι η αντίδραση των υγειονομικών ήταν αντίστοιχη με εκείνη που συναντά ο υπουργός και σε άλλες περιοχές της χώρας. Όπως είπε, πρόκειται για έναν υπουργό που «δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο στην Υγεία» και που, κατά την άποψή του, αντί να επιλύει προβλήματα, τα επιτείνει.
Ο ίδιος σημείωσε ότι η κυβέρνηση δίνει έμφαση κυρίως σε έργα ανακαίνισης και κατασκευής κτιρίων, τα οποία πράγματι υλοποιούνται, αλλά όπως είπε αυτά χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους και όχι από μια συνολική εθνική στρατηγική ουσιαστικής ενίσχυσης του ΕΣΥ. Υποστήριξε ακόμη ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι εργασίες γίνονται βιαστικά, προκαλώντας δυσλειτουργίες στα ίδια τα νοσοκομεία, ενώ έκανε λόγο και για περιπτώσεις κακοδιαχείρισης κονδυλίων.
«Το νοσοκομείο λειτουργεί από τη δική μας υπερεργασία»
Απαντώντας στις αναφορές ότι το Νοσοκομείο Μυτιλήνης αξιολογείται θετικά, ο κ. Ζάμπρας σημείωσε ότι, αν πράγματι οι ασθενείς το αξιολογούν καλά, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην υπερεργασία και στην αυταπάρνηση των γιατρών και του προσωπικού.
Όπως είπε, η καλή εικόνα που μπορεί να εμφανίζει προς τα έξω το νοσοκομείο δεν είναι αποτέλεσμα επαρκούς κρατικής στήριξης, αλλά της προσωπικής θυσίας των εργαζομένων, οι οποίοι καλύπτουν κενά με χαμένα πρωινά, απογεύματα και βράδια, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του πληθυσμού της Λέσβου.
Εκτόξευση του φόρτου με λιγότερους γιατρούς
Για να αποτυπώσει την ένταση της πίεσης, έφερε ως παράδειγμα την Ορθοπαιδική Κλινική. Όπως ανέφερε, τη δεκαετία του 1990 πραγματοποιούνταν περίπου 200 έως 250 χειρουργεία με πέντε ορθοπαιδικούς, ενώ πέρσι, με τέσσερις ορθοπαιδικούς, έγιναν περίπου 700 χειρουργεία.
Κατά τον ίδιο, η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την Ορθοπαιδική, αλλά αντανακλά συνολικά τη λειτουργία του νοσοκομείου: προσωπικό ίδιο ή και λιγότερο, με φόρτο εργασίας πολλαπλάσιο. Αυτό, όπως σημείωσε, οδηγεί σε συνθήκες εξόντωσης για τους γιατρούς, που εργάζονται με εξαιρετικά χαμηλές αποδοχές.
«Οι μισθοί είναι τραγικοί»
Ο κ. Ζάμπρας χαρακτήρισε «τραγικούς» τους μισθούς των γιατρών του ΕΣΥ. Όπως είπε, ένας επιμελητής Β΄ ξεκινά περίπου από τα 1.500 ευρώ, ενώ ακόμη και ο διευθυντής, με πολυετή προϋπηρεσία, φτάνει περίπου στα 2.200 με 2.400 ευρώ.
Υποστήριξε ότι με τέτοιες αποδοχές δεν είναι δυνατόν να προσελκυστούν γιατροί, ιδίως σε νησιωτικές και παραμεθόριες περιοχές, και υπενθύμισε ότι η ίδια η κυβέρνηση γνωρίζει πως ο μισθός είναι καθοριστικός παράγοντας προσέλκυσης εργαζομένων, αφού το έχει ήδη αναγνωρίσει στην περίπτωση των διοικητών νοσοκομείων.
Τα «κίνητρα» της παραμεθορίου δεν φτάνουν
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο αναβάθμισης της Λέσβου σε άγονο α΄, ο πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Λέσβου εμφανίστηκε σαφώς επιφυλακτικός. Όπως εξήγησε, το επίδομα παραμεθορίου παραμένει πολύ χαμηλό και ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής κατηγορίας η διαφορά θα είναι περιορισμένη.
Κατά την άποψή του, τέτοια οικονομικά κίνητρα δεν μπορούν να πείσουν έναν γιατρό να μετακινηθεί με την οικογένειά του σε ένα νησί, με δυσκολίες στις μετακινήσεις και αυξημένο κόστος καθημερινότητας. Για τον ίδιο, χωρίς ουσιαστικές μισθολογικές και εργασιακές βελτιώσεις, οι προκηρύξεις θα συνεχίσουν να βγαίνουν χωρίς ανταπόκριση.
Οι πιο κρίσιμες ελλείψεις στο Βοστάνειο
Στη συνέχεια, ο κ. Ζάμπρας κατέγραψε μία σειρά από κρίσιμα κενά στο νοσοκομείο. Όπως είπε, το αναισθησιολογικό αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, με αποτέλεσμα από τις πέντε χειρουργικές αίθουσες να λειτουργούν στην καλύτερη περίπτωση μόνο οι τρεις. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στον αριθμό των χειρουργείων όσο και στη λίστα αναμονής των ασθενών.
Σοβαρές ελλείψεις, όπως ανέφερε, υπάρχουν επίσης στο πνευμονολογικό, όπου μία θέση δεν έχει προκηρυχθεί ποτέ, στο νευρολογικό, όπου η απογευματινή βάρδια έχει διακοπεί, αλλά και στο ακτινολογικό, όπου η πίεση είναι τέτοια ώστε μέρος των εξετάσεων καταλήγει να δίνεται στον ιδιωτικό τομέα, με σημαντικό κόστος.
Ψυχιατρική κλινική: νέο κτίριο, παλιά προβλήματα
Ο κ. Ζάμπρας στάθηκε ιδιαίτερα στην ψυχιατρική κλινική, λέγοντας ότι μπορεί να δημιουργήθηκε νέο κτίριο, όμως τα βασικά ζητήματα παραμένουν άλυτα. Επισήμανε ότι η κλινική παραμένει υποστελεχωμένη, ενώ το νησί δεν διαθέτει παιδοψυχίατρο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα στις παιδοψυχιατρικές εκτιμήσεις και οι ασθενείς να αναγκάζονται να μεταβαίνουν στην Αθήνα.
Παράλληλα, κατήγγειλε ότι η λεγόμενη ψυχιατρική μεταρρύθμιση έχει οδηγήσει, όπως είπε, σε πλήρη απορρύθμιση του τομέα της ψυχικής υγείας, με τις κλινικές να είναι υπερφορτωμένες, τους ασθενείς να δυσκολεύονται να βρουν κρεβάτι νοσηλείας και το προσωπικό να μετακινείται συνεχώς για να καλύψει κενά.
Μανταμάδος: «Κέντρο υγείας στα χαρτιά»
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και το Κέντρο Υγείας Μανταμάδου, το οποίο, όπως υποστήριξε, είναι σήμερα ένα καλύτερο κτίριο, αλλά χωρίς την αντίστοιχη στελέχωση. Όπως ανέφερε, ουσιαστικά διαθέτει τα ίδια σχεδόν στελέχη που είχε και το Περιφερειακό Ιατρείο Μανταμάδου, χωρίς ουσιαστική ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό ακριβώς δείχνει και τη βασική λογική της κυβερνητικής πολιτικής: πρώτα φτιάχνονται τα κτίρια, χωρίς να διασφαλίζεται ότι θα υπάρχουν οι εργαζόμενοι που θα τα κάνουν πραγματικά λειτουργικά. «Γίνονται κτίρια και δεν μπορούν να μπουν άνθρωποι», είπε χαρακτηριστικά.
Τα Κέντρα Υγείας
Ανάλογα προβλήματα περιέγραψε και στις μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του νησιού. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Κέντρο Υγείας Άντισσας δεν διαθέτει επαρκές προσωπικό για να καλύπτει μόνο του τις εφημερίες του, το ίδιο ισχύει και για τον Πολιχνίτο, ενώ το Κέντρο Υγείας Μυτιλήνης παραμένει υποβαθμισμένο και χωρίς σαφές οργανόγραμμα.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το Κέντρο Υγείας Μανταμάδου δεν εφημερεύει ουσιαστικά, ενώ για την Καλλονή και το Πλωμάρι είπε ότι συχνά καλύπτονται από μετακινούμενους γιατρούς. Για το Πλωμάρι υπογράμμισε και την κακή κατάσταση του κτιρίου, λέγοντας πως πρόκειται για ένα πολύ παλιό κτίριο, με σοβαρές ανάγκες παρεμβάσεων.
Απογευματινά χειρουργεία και λίστες αναμονής
Ο κ. Ζάμπρας εξέφρασε την κάθετη διαφωνία του και με τη λογική των απογευματινών χειρουργείων. Όπως είπε, για να δικαιολογείται η εφαρμογή τους θα πρέπει να υπάρχει μεγάλη λίστα αναμονής, και διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να λέγεται από κυβερνητικά στελέχη ότι δεν υπάρχει λίστα αναμονής, αλλά ταυτόχρονα να εφαρμόζεται το μέτρο.
Ο ίδιος τόνισε πως στην Ορθοπαιδική η λίστα αναμονής είναι υπαρκτή και σημαντική, εκτιμώντας ότι τα περιστατικά σε αναμονή αντιστοιχούν σε χρονικό ορίζοντα άνω του ενός έτους. Προειδοποίησε ακόμη ότι, όσο τα απογευματινά χειρουργεία χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, εμφανίζονται τυπικά ως δωρεάν, όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα σχήμα που στο μέλλον μπορεί να οδηγήσει τους ασθενείς να πληρώνουν για επεμβάσεις που θα έπρεπε να γίνονται δωρεάν στο τακτικό ωράριο.
«Περιοδεύοντες» γιατροί και εικονικές λύσεις
Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν και απέναντι στο φαινόμενο των μετακινούμενων ή «περιοδευόντων» γιατρών. Με αφορμή τη λειτουργία του αιμοδυναμικού, υποστήριξε ότι δεν μπορεί να θεωρείται πως ένα νοσοκομείο διαθέτει πλήρως λειτουργική δομή όταν αυτή στηρίζεται ουσιαστικά σε έναν γιατρό που πηγαινοέρχεται.
Όπως είπε, για να μπορεί να μιλά κανείς για πραγματική λειτουργία ενός αιμοδυναμικού ή μιας κλινικής, χρειάζεται σταθερή στελέχωση και δυνατότητα κάλυψης 24 ώρες το 24ωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα. Διαφορετικά, πρόκειται, όπως άφησε να εννοηθεί, για αποσπασματικές λύσεις που δεν λύνουν το πρόβλημα.
Κριτική στη συνολική κυβερνητική κατεύθυνση
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Λέσβου έδωσε στο ζήτημα ευρύτερη πολιτική διάσταση. Υποστήριξε ότι η επιλογή της κυβέρνησης είναι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και η συνεχής ενίσχυση του ιδιωτικού, τόσο στην υγεία όσο και στην παιδεία.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και το σύστημα κοστολόγησης DRGs, για το οποίο είπε ότι μετατρέπει την ασθένεια σε εμπόρευμα και επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους γιατρούς με γραφειοκρατική δουλειά. Παράλληλα, σχολίασε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο τις εξελίξεις γύρω από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και τις διαγραφές φοιτητών, θεωρώντας ότι και εκεί αποτυπώνεται η ίδια λογική εμπορευματοποίησης.
«Το ΕΣΥ αποδυναμώνεται διαρκώς»
Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο Αλέξανδρος Ζάμπρας υποστήριξε ότι πίσω από το κυβερνητικό αφήγημα περί ενίσχυσης του συστήματος υγείας, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όπως είπε, οι συνταξιοδοτήσεις και οι παραιτήσεις είναι περισσότερες από τις προσλήψεις, οι ελλείψεις βαθαίνουν και τα κενά καλύπτονται προσωρινά από τους ίδιους ανθρώπους που έχουν φτάσει στα όριά τους.
Το βασικό μήνυμα που επιχείρησε να περάσει ήταν σαφές: χωρίς ουσιαστική στελέχωση, καλύτερους μισθούς και σταθερή ενίσχυση του δημόσιου συστήματος, τα νέα κτίρια και οι εξαγγελίες δεν αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες υγείας των κατοίκων της Λέσβου.