
Μια φράση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστα Τσιάρα φαίνεται να αποτυπώνει με σαφήνεια τον κυβερνητικό σχεδιασμό για την ανασύσταση των κτηνοτροφικών μονάδων που καταστράφηκαν από την ευλογιά των προβάτων. «Με εθνικούς πόρους, με τα Σχέδια Βελτίωσης, αλλά και μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε την κτηνοτροφία μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη τοποθέτηση προκαλεί έντονο προβληματισμό στον αγροτικό κόσμο, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες παραμένουν ουσιαστικά κλειστές για τους περισσότερους αγρότες και κτηνοτρόφους. Άνθρωποι που έχουν μείνει για μήνες ή και χρόνια χωρίς εισόδημα και χωρίς ζωικό κεφάλαιο καλούνται, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, να αναζητήσουν χρηματοδότηση από ένα τραπεζικό σύστημα που παραδοσιακά τους αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα.
Αντίστοιχα ερωτήματα δημιουργεί και η αναφορά του Υπουργού στα Σχέδια Βελτίωσης ως βασικό εργαλείο ανασυγκρότησης. Πάγια προϋπόθεση των συγκεκριμένων προγραμμάτων αποτελεί η φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα των δικαιούχων. Όμως, οι κτηνοτρόφοι που έχασαν τα κοπάδια και το εισόδημά τους αδυνατούν σε πολλές περιπτώσεις να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια, κινδυνεύουν να αποκλειστούν από τα ίδια τα προγράμματα που υποτίθεται ότι προορίζονται για τη στήριξή τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφατες ανακοινώσεις του κ. Τσιάρα εκλαμβάνονται από πολλούς ως μια προσπάθεια φυγής προς τα εμπρός, με στόχο να αμβλυνθεί η κριτική για τη διαχείριση της επιζωοτίας. Ο Υπουργός επανέλαβε ότι η κυβέρνηση δεν εξετάζει τη χρήση εμβολίων, επιμένοντας σε ένα σχεδιασμό που έχει αποτύχει παταγωδώς.
Όπως τόνισε, η εθνική επιλογή παραμένει η ενίσχυση των μέτρων πρόληψης χωρίς προσφυγή στον εμβολιασμό, με στόχο το οριστικό κλείσιμο του κύκλου της νόσου. «Η αντιμετώπιση της ευλογιάς δεν είναι ένα επιμέρους ζήτημα, είναι ένα εθνικό ζήτημα για την ελληνική κτηνοτροφία», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η χώρα βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, με παρόμοιο αριθμό κρουσμάτων, γεγονός που, όπως υποστήριξε, δείχνει ότι η νόσος βρίσκεται σε ύφεση. Υπογράμμισε, επίσης, ότι είναι κρίσιμης σημασίας να κλείσει ο κύκλος της ευλογιάς έως το τέλος του έτους, ώστε να ξεκινήσει άμεσα η φάση της ανασύστασης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εφαρμογή αυστηρών μέτρων βιοασφάλειας, με τη συμμετοχή των Περιφερειών, των υπηρεσιών τους και της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο Υπουργός απέδωσε τη βασική αιτία μετάδοσης στις παράνομες μετακινήσεις ζώων, ανθρώπων και οχημάτων.
Αναφορικά με τον εμβολιασμό, ο κ. Τσιάρας εμφανίστηκε κατηγορηματικός, εξηγώντας ότι ακόμη και σε περίπτωση εφαρμογής του, δεν αποφεύγεται η θανάτωση των ζώων. Υπενθύμισε ότι η απουσία της μεθόδου DIVA δεν επιτρέπει τη διάκριση εμβολιασμένων και νοσούντων ζώων, γεγονός που οδηγεί υποχρεωτικά στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού πρωτοκόλλου.
Παράλληλα, επανέλαβε ότι οι πληγέντες κτηνοτρόφοι έχουν λάβει τις υψηλότερες αποζημιώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και ενίσχυση για απώλεια εισοδήματος, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να επαναληφθεί εφόσον χρειαστεί. Όπως τόνισε, το κρίσιμο ζήτημα είναι η ταχύτητα της ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου, καθώς για τους κτηνοτρόφους αυτό σημαίνει επιβίωση.
Τέλος, προανήγγειλε συνάντηση του Πρωθυπουργού με εκπροσώπους του κλάδου τις επόμενες ημέρες, όπου θα παρουσιαστεί το εθνικό σχέδιο για την κτηνοτροφία. Υπογράμμισε ότι η διατήρηση μιας βιώσιμης και παραγωγικής κτηνοτροφίας αποτελεί στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης, επισημαίνοντας τη σημασία της για την οικονομία και την προστιθέμενη αξία προϊόντων όπως η φέτα.
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, πάντως, στον αγροτικό κόσμο παραμένουν έντονα τα ερωτήματα για το κατά πόσο οι εξαγγελίες μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστική στήριξη για ανθρώπους που προσπαθούν να ξανασταθούν όρθιοι μετά από μια πρωτοφανή καταστροφή.