
Σε μία από τις υψηλότερες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη φορολόγηση της εργασίας βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2023 η πραγματική φορολογική επιβάρυνση στην εργασία έφτασε το 40,5%, κατατάσσοντας τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών, πίσω μόνο από την Ιταλία.
Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτυπώνει απλώς τους τυπικούς φορολογικούς συντελεστές, αλλά το πραγματικό βάρος που σηκώνουν εργαζόμενοι και εργοδότες, συνυπολογίζοντας φόρους εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές. Στην πράξη, σχεδόν τα 2/5 του συνολικού κόστους εργασίας κατευθύνονται στο κράτος, περιορίζοντας σημαντικά το καθαρό εισόδημα των εργαζομένων.
Η εικόνα αυτή αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας φορολογικών επιβαρύνσεων που ξεκίνησε έντονα την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Το 2009 η Ελλάδα φορολογούσε την εργασία με συντελεστή 35%, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, η επιβάρυνση αυξήθηκε απότομα, φτάνοντας το 2012 στο 39,5% και το 2019 στο 40,2%. Το 2023 σταθεροποιήθηκε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, καταγράφοντας συνολική αύξηση 5,5 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώθηκε στο 37%, γεγονός που σημαίνει ότι η Ελλάδα φορολογεί την εργασία κατά 3,5 μονάδες περισσότερο από τους ευρωπαίους εταίρους της. Η απόκλιση αυτή καθιστά τη χώρα λιγότερο ανταγωνιστική και επιβαρύνει δυσανάλογα μισθωτούς και επιχειρήσεις.
Παρά τις μειώσεις σε ονομαστικούς συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές τα τελευταία χρόνια, η συνολική πίεση παραμένει υψηλή. Όπως επισημαίνει η μελέτη, σημαντικό ρόλο παίζει ο πληθωρισμός και η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Πολλοί εργαζόμενοι μετακινούνται σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς πραγματική αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης, πληρώνοντας τελικά περισσότερους φόρους για το ίδιο ή και μικρότερο εισόδημα.
Παράλληλα, η αύξηση των ονομαστικών μισθών μετά το 2019 δεν κατάφερε να αντισταθμίσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Την περίοδο 2020–2024 ο σωρευτικός πληθωρισμός ξεπέρασε το 16%, απορροφώντας μεγάλο μέρος των αυξήσεων και περιορίζοντας το πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται στην Ελλάδα από σχετικά χαμηλά εισοδήματα, της τάξης των 60.000 ευρώ. Σε συνδυασμό με τις υψηλές εισφορές, δημιουργούνται ισχυρά αντικίνητρα για την προσέλκυση και παραμονή εξειδικευμένων στελεχών στη χώρα, ενισχύοντας το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων».
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, η δημοσιονομική προσαρμογή της τελευταίας δεκαετίας στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη φορολόγηση της εργασίας και της κατανάλωσης. Αν και η πρακτική αυτή συνέβαλε στη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, δημιούργησε μια άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους, με τους μισθωτούς να σηκώνουν δυσανάλογο φορτίο.
Οι αναλυτές του ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζουν ότι χωρίς ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές, όπως η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και η περαιτέρω μείωση των επιβαρύνσεων στην εργασία, η χώρα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα ανταγωνιστικότητας και χαμηλής αγοραστικής δύναμης.
Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ζωής αυξάνεται και οι μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν, η υψηλή φορολόγηση της εργασίας παραμένει ένα από τα βασικότερα εμπόδια για τη βελτίωση της καθημερινότητας των εργαζομένων και για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.