
Με εκτενείς αναφορές σε στοιχεία και με σαφείς πολιτικές αιχμές, ο Στρατής Νικολάου, υπεύθυνος του Αγροτικού Γραφείου της Νέας Αριστεράς, μίλησε στον Θράσο Αβραάμ και στο «Νησί 99», αποτιμώντας τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις, καταγράφοντας την πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας και προειδοποιώντας για νέους κινδύνους από τη λειτουργία της αγοράς, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τη συμφωνία Mercosur και τη νέα ΚΑΠ.
Ο κ. Νικολάου ξεκίνησε από τα μπλόκα, λέγοντας ότι αυτό που ο ίδιος αποκόμισε είναι πως εμφανίστηκαν πιο δυναμικά νεότεροι συνδικαλιστές και “βγήκαν μπρος” άνθρωποι μικρότερης ηλικίας, σε σχέση με άλλες εποχές. Σημείωσε ότι τέθηκαν πιο ουσιαστικά θέματα, πέρα από το στενό αίτημα της καταβολής ενισχύσεων, με αιχμή τα διαρθρωτικά και δομικά προβλήματα του αγροτικού τομέα. Τόνισε επίσης ότι αυτή τη φορά η συμμετοχή ήταν μαζική και πιο καθολική, με ευρύτερη παρουσία αγροτών στα μπλόκα.
Στο σκέλος της κυβερνητικής στάσης, υποστήριξε ότι από την αρχή επιχειρήθηκε διάσπαση του αγροτικού κινήματος. Περιέγραψε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσκληση μιας επιτροπής από την Κρήτη, την οποία χαρακτήρισε κίνηση “καθαρά διασπαστικού στόχου”, ενώ είπε ότι μέχρι να υπάρξει τελικά συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου, η πορεία ήταν γεμάτη χειρισμούς που στόχευαν να “σπάσουν” την ενότητα των μπλόκων. Για τη σύσκεψη στο Μαξίμου, ο κ. Νικολάου ανέφερε ότι ήταν προσχηματική, ενώ από τη συνολική εικόνα, όπως είπε, προκύπτει ότι οι αγρότες δεν πήραν αυτά που ζητούσαν και γι’ αυτό δεν εγκαταλείπουν τον αγώνα, απλώς τον συνεχίζουν με άλλες μορφές.
Σημαντικό στοιχείο της συνέντευξής του ήταν η αναφορά του στον λεγόμενο κοινωνικό αυτοματισμό. Ο κ. Νικολάου υποστήριξε ότι επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί κοινωνική αντίδραση απέναντι στους αγρότες, όμως για πρώτη φορά, όπως είπε, η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας στάθηκε στο πλευρό τους. Κατά την εκτίμησή του, αυτό συνδέθηκε και με “πιο έξυπνες τακτικές” στο κλείσιμο των δρόμων, αλλά κυρίως με το γεγονός ότι υπάρχει καθολική αναγνώριση πως ο αγροτικός τομέας βρίσκεται σε κρίση.
Στο ζήτημα του κόστους παραγωγής, ο κ. Νικολάου μίλησε με συγκεκριμένα ποσοστά. Όπως ανέφερε, από το 2019 μέχρι σήμερα το καλλιεργητικό κόστος έχει αυξηθεί 40%. Παρέθεσε επιμέρους στοιχεία, λέγοντας ότι η ενέργεια κινείται γύρω στο 29%, τα λιπάσματα 72,3%, οι ζωοτροφές περίπου 39,3% κοντά στο 40%, ενώ πρόσθεσε ότι αυξήσεις υπάρχουν και στο νερό, στα φυτοφάρμακα και συνολικά σε όλα τα καλλιεργητικά. Σύνδεσε την αύξηση του κόστους με τη μείωση της παραγωγής, λέγοντας ότι “όλο αυτό” συνέβαλε στο να πέσει η αγροτική παραγωγή στη χώρα, αναφέροντας πως την προηγούμενη χρονιά η μείωση ήταν γύρω στο 16%. Στο ίδιο πλαίσιο έθεσε και το θέμα της αντοχής των μικρομεσαίων αγροτών, λέγοντας ότι πολλοί δεν αντέχουν τις συνθήκες και απέχουν από την καλλιέργεια, ενώ σε μεγάλο κομμάτι του αγροτικού πληθυσμού υπάρχει πτωχοποίηση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο αγροτικό εισόδημα, λέγοντας ότι το αγροτικό εισόδημα σε σχέση με το μη αγροτικό είναι μειωμένο κατά 40%. Από αυτό, κατά την άποψή του, προκύπτει μια συνολική εικόνα “αγροτικού τομέα που υποφέρει”, ενώ ταυτόχρονα κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα στήριξης ώστε να υπάρξει πραγματική ενίσχυση των παραγωγών.
Στη συνέχεια, η συζήτηση πήγε στην αγορά και στην ψαλίδα τιμών. Περιέγραψε ως κεντρικό πρόβλημα τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην τιμή παραγωγού, δηλαδή την τιμή που δίνεται “στο χωράφι”, και στην τιμή που φτάνει στο ράφι. Όπως είπε, υπάρχει τεράστιο χάσμα, με “μεγάλο άνοιγμα ψαλίδας”, και το συνέδεσε με ελληνοποιήσεις, με ελέγχους που δεν λειτουργούν και με αθέμιτες πρακτικές. Ανέφερε ακόμη ότι 3, 4 ή 5 αλυσίδες διακινούν περίπου το 80% των λιανικών πωλήσεων στη χώρα, με αποτέλεσμα να συμπιέζονται οι τιμές παραγωγού, ενώ χαρακτήρισε την κυβερνητική στάση “ηγεμονική” στη λογική της, ότι οι αγορές πρέπει να λειτουργούν ελεύθερα, χωρίς παρεμβάσεις. Από αυτή την επιλογή, υποστήριξε, προκύπτει υπερκερδοφορία και, όπως είπε, χωρίς να θέλει να “μπει” στη λέξη, παραπέμποντας σε αισχροκέρδεια, σημείωσε ότι όταν οι αλυσίδες ανακοινώνουν κέρδη δισεκατομμυρίων, αυτά, κατά την άποψή του, παράγονται “σε βάρος των ασθενέστερων”.
Στο διεθνές πλαίσιο, ο κ. Νικολάου ανέδειξε ως βασικούς παράγοντες πίεσης την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, λέγοντας ότι μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων από την Ουκρανία “φεύγουν ακόμη” δασμολόγητες, με συνέπειες στις όμορες χώρες, όπως Ρουμανία, Πολωνία και Ουγγαρία, και παράλληλα με αύξηση των ζωοτροφών. Κατά την εκτίμησή του, αυτά ήταν ζητήματα που θα έπρεπε να είχαν αντιμετωπιστεί από την κυβέρνηση.
Επανερχόμενος στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων, είπε ότι η αφετηρία τους συνδέθηκε και με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σχολίασε ότι, ενώ η κυβέρνηση “ευαγγελίζεται” εξυγίανση, την ίδια στιγμή, όπως είπε, η υπάλληλος που αποκάλυψε την υπόθεση και δεν τήρησε “τον νόμο της σιωπής” έχει μετακινηθεί “στο πρωτόκολλο”. Με βάση αυτό, έθεσε το ερώτημα τι εξυγίανση μπορεί να περιμένει κανείς.
Στο κομμάτι της λειτουργίας του κράτους και των διοικήσεων, ο κ. Νικολάου έκανε γενικό πολιτικό σχόλιο, λέγοντας ότι συχνά δεν αναδεικνύονται οι πιο ικανοί και έντιμοι, αλλά οι “πιο φίλοι” και κομματικά προσκείμενοι, που είναι διατεθειμένοι να εξυπηρετήσουν πελατειακές σχέσεις και να καλύψουν σκάνδαλα. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε, όπως είπε, και τον τρόπο στελέχωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ όταν ανέλαβε η Νέα Δημοκρατία, παραπέμποντας σε συνεχείς αλλαγές προέδρων, αντιπροέδρων, προϊσταμένων και διευθυντών, με αποτέλεσμα δυσλειτουργία και διοικητική ανεπάρκεια.
Για την ένταξη του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, είπε καθαρά ότι δεν πιστεύει πως πρέπει να ενταχθεί εκεί και ότι ήταν λάθος. Υποστήριξε ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι εργαλείο άσκησης αγροτικής πολιτικής και πρέπει να βρίσκεται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, με την προϋπόθεση μιας σωστής, αντικειμενικής εποπτείας που να στοχεύει στην πραγματική λειτουργία και στους σκοπούς του οργανισμού.
Όταν η συζήτηση πήγε στα αποτελέσματα της κρίσης, ο κ. Νικολάου περιέγραψε 3 επίπεδα ζημιάς. Πρώτον, μίλησε για απώλεια αξιοπιστίας της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που, όπως είπε, θα δυσκολέψει τις μελλοντικές διαβουλεύσεις. Δεύτερον, ανέδειξε το έλλειμμα εμπιστοσύνης των παραγωγών, λέγοντας ότι “κανένας πια δεν εμπιστεύεται” τον ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν πιστεύει ότι οι ενισχύσεις που λαμβάνει είναι σωστές. Τρίτον, μίλησε για οργανισμό που δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά, με αποτέλεσμα παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και πρόστιμα πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, που τελικά τα πληρώνει “η χώρα ή οι αγρότες”, δηλαδή “εμείς”.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε εκτενώς στη συμφωνία Mercosur. Εξήγησε ότι αφορά Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη, με μια αγορά που κινείται γύρω στα 270 εκατομμύρια καταναλωτές, ενώ πρόσθεσε ότι με τη συμμετοχή της Βολιβίας η αγορά πλησιάζει τα 300 εκατομμύρια. Είπε ότι η διαδικασία ξεκίνησε το 1999, πέρασε από πολλά στάδια και κατέληξε σε συμφωνία που υπεγράφη πρόσφατα. Τόνισε ότι πρόκειται για μεικτή συμφωνία, με εμπορικό και πολιτικό σκέλος. Το πολιτικό σκέλος, όπως εξήγησε, αφορά ανθρώπινα δικαιώματα, περιβαλλοντικά ζητήματα, φυτοφάρμακα και τρόπους καλλιέργειας, ενώ λόγω αυτού του χαρακτήρα θα έπρεπε να περάσει τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από τα κοινοβούλια όλων των κρατών μελών.
Στο ίδιο σημείο, ανέφερε ότι υπήρξε προσπάθεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρακαμφθεί αυτή η διαδικασία, και ότι το ζήτημα τέθηκε ως θέμα νομιμότητας. Όπως είπε, με πολύ οριακή ψηφοφορία, 343 έναντι 342, αποφασίστηκε να παραπεμφθεί η συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να κριθεί η νομιμότητά της. Υπογράμμισε ότι η Επιτροπή έχει δικαίωμα να εφαρμόσει τη συμφωνία μέχρι να αποφασίσει το Δικαστήριο, διαδικασία που, όπως είπε, μπορεί να πάρει 2 ή 3 χρόνια, και πρόσθεσε ότι δεν είναι σαφές αν η Επιτροπή θα συγκρουστεί με το Ευρωκοινοβούλιο ή αν θα κάνει πίσω.
Ο κ. Νικολάου μίλησε και για τις πιέσεις της Γερμανίας, λέγοντας ότι “βιάζεται” να εφαρμοστεί η συμφωνία ώστε να ανοίξει αγορές για αυτοκίνητα, τεχνολογία και βιομηχανικά προϊόντα, καθώς η γερμανική οικονομία και παραγωγή πιέζονται. Στο γενικότερο συμπέρασμα, υποστήριξε ότι η συμφωνία θα ευνοήσει τις βιομηχανικές χώρες του Βορρά και θα αδικήσει τις αγροτικές χώρες του Νότου.
Όταν τέθηκε το ερώτημα για την Ελλάδα και την πράξη, είπε ότι η χώρα εισάγει από τις χώρες Mercosur προϊόντα αξίας περίπου 430 εκατομμυρίων ευρώ και εξάγει περίπου 35 με 36, άρα το εμπορικό ισοζύγιο είναι έντονα αρνητικό και, όπως είπε, δεν μπορεί να βελτιωθεί εύκολα.
Περιέγραψε τον αγροτικό τομέα των χωρών αυτών ως βιομηχανοποιημένο, με εκτάσεις καλλιέργειας που, όπως ανέφερε, είναι 31 φορές μεγαλύτερες από τη χώρα μας, χωρίς τήρηση ευρωπαϊκών κανόνων ασφάλειας. Ανέφερε επίσης χρήση ουσιών απαγορευμένων στην ΕΕ, όπως γλυφοσάτη, και χρήση αυξητικών ορμονών, ενώ έθεσε και ζητήματα παιδικής εργασίας.
Το αποτέλεσμα, κατά την άποψή του, είναι φθηνά, επιμεχανοποιημένα προϊόντα, που δεν είναι ασφαλή για τον καταναλωτή, απέναντι στα ελληνικά προϊόντα που παράγονται σε μικρές ποσότητες, είναι ποιοτικότερα και ακριβότερα.
Έβαλε, ωστόσο, και μια δεύτερη διάσταση, λέγοντας ότι το 63% με 65% των αγροτικών προϊόντων της χώρας εξάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν οι ευρωπαϊκές αγορές “πλημμυρίσουν” από τα φθηνά προϊόντα της Λατινικής Αμερικής, όπως είπε, θα μειωθούν και οι ελληνικές εξαγωγές, άρα θα υπάρξει διπλή ζημιά. Σε ό,τι αφορά ειδικά τη Λέσβο, είπε ότι το μόνο προϊόν που βλέπει να ωφελείται είναι το ούζο και ίσως η φέτα, ενώ σημείωσε ότι το ελαιόλαδο της Μυτιλήνης δεν αναφέρεται στα προϊόντα που προστατεύονται και ότι θα αντιμετωπιστεί όπως όλα τα υπόλοιπα.
Στο τέλος, η συζήτηση πέρασε στη νέα ΚΑΠ. Ο κ. Νικολάου έκανε κριτική στη στάση της Ελλάδας, λέγοντας ότι η χώρα απέχει από τις συζητήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή δεν υπάρχει επιστημονικό προσωπικό που να μελετά και να παράγει άποψη και σχέδιο. Υποστήριξε ότι δεν υπάρχει μελέτη από την κυβέρνηση για το τι θα φέρει η συμφωνία Mercosur, ποιες ευκαιρίες και ποιες απειλές ανοίγει, ποια προϊόντα θα ωφεληθούν και ποια όχι, ούτε ουσιαστικός διάλογος με παραγωγούς, μεταποιητές και όσους εμπλέκονται στο εμπορικό κομμάτι.
Αναφέρθηκε επίσης στο ότι, στη σχετική διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ψήφισαν να μην σταλεί η συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αλλά να εφαρμοστεί. Στο σκέλος της ΚΑΠ, εκτίμησε ότι θα αλλάξει η αρχιτεκτονική της, καθώς οι ευρωπαϊκές προτεραιότητες μετατοπίζονται από το περιβάλλον, την ποιότητα τροφίμων και τον αγροτικό τομέα, προς την ασφάλεια, την άμυνα, τη φύλαξη συνόρων, την πολεμική βιομηχανία και το προσφυγικό.
Όπως είπε, αυτό σημαίνει διαφορετικό καταμερισμό του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, με συνέπεια μείωση τόσο του Ταμείου Συνοχής όσο και της ΚΑΠ, και μείωση των άμεσων ενισχύσεων κατά περίπου 25%. Περιέγραψε τη μεταβολή στους πυλώνες, λέγοντας ότι ο δεύτερος πυλώνας, τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης, όπως σχέδια βελτίωσης, νέοι αγρότες και Leader, θα μεταφερθούν σε άλλο πλαίσιο ανταγωνιστικότητας, όπου η χώρα θα πρέπει κάθε χρόνο να ανταγωνίζεται για κονδύλια. Υποστήριξε ότι αλλάζει πλήρως η φιλοσοφία και έθεσε και τον προβληματισμό για πιθανή μελλοντική εθνικοποίηση της ΚΑΠ.
Στο συμπέρασμά του, εκτίμησε ότι οι αλλαγές δεν θα αυξήσουν τις άμεσες ενισχύσεις, ούτε θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα, τη συνοχή, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα, αλλά θα οξύνουν τα σημερινά προβλήματα.
Προειδοποίησε ότι οδηγούμαστε σε περαιτέρω συρρίκνωση του αγροτικού κόσμου, ενώ απέδωσε στην κυβέρνηση πρόθεση να ευνοήσει μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλα funds, ώστε η αγροτική παραγωγή να περάσει σε λίγους, με τους μικρούς και μεσαίους να εγκαταλείπουν τον αγροτικό τομέα. Συνέδεσε αυτή την προοπτική με εγκατάλειψη της υπαίθρου, κοινωνικά προβλήματα, ανεργία, μετακίνηση πληθυσμού και επιδείνωση του δημογραφικού.
Ο ίδιος έκλεισε με την επισήμανση ότι τα θέματα του αγροτικού τομέα είναι πολυεπίπεδα και σύνθετα, δεν λύνονται αποσπασματικά, και ότι, παρά την απαισιόδοξη εικόνα που περιέγραψε, εξέφρασε την ευχή να αλλάξουν οι πολιτικές και να υπάρξουν μεταβολές μέχρι να οριστικοποιηθεί το τελικό κείμενο της νέας ΚΑΠ.