
Στη Μυτιλήνη, «εκεί όπου στρώνεται το κόκκινο χαλί» της καθημερινότητας και της έμπνευσης, επέστρεψε η best seller συγγραφέας Άννα Γαλανού, για να παρουσιάσει το νέο της μυθιστόρημα «Αχαρτογράφητα νερά» (εκδ. Διόπτρα) και να μιλήσει στον ρ/σ «Ν» 99 fm για ένα βιβλίο που –όπως είπε– «γράφτηκε στη Μυτιλήνη» και έχει τίτλο «μυτιληνιό».
Η παρουσίαση θα γίνει την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου, στις 19:00, στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Μυτιλήνης, σε εκδήλωση που συνδιοργανώνουν το βιβλιοπωλείο Χατζηδανιήλ και οι εκδόσεις Διόπτρα. Με τη συγγραφέα θα συνομιλήσουν η Δήμητρα Λαχουρή (δημοσιογράφος) και η Μαρία Βρανά Παπάλα (ποιήτρια – γενική γραμματέας στην Ένωση Λεσβίων Λογοτεχνών).
«Έχω επιλέξει να μένω στη Μυτιλήνη – και σκέφτομαι μόνιμη εγκατάσταση»
Στη ραδιοφωνική της συνέντευξη, η Άννα Γαλανού στάθηκε ιδιαίτερα στη σχέση της με το νησί: έρχεται από το 2008 και, όπως ανέφερε, τα τελευταία χρόνια περνά στη Λέσβο «πάνω από μισό χρόνο», γράφοντας και οργανώνοντας εδώ τη ζωή της. Η ίδια μίλησε για ένα ενδεχόμενο πιο σταθερής εγκατάστασης στο μέλλον, περιγράφοντας τη Μυτιλήνη ως τόπο «ανάσας» και συγκέντρωσης.
«Για μένα είναι πλέον ανάσα ζωής», είπε για το γράψιμο, αποδομώντας τη λάμψη του «best seller» και τονίζοντας ότι στην Αθήνα «περιμένει δουλειά» – όχι κόκκινα χαλιά. Την ίδια στιγμή, επέμεινε στην πλευρά της καθημερινής, επίμονης δημιουργίας: γράφει συνεχώς, συχνά «γράφει και πετάει», ενώ θα μπορούσε –όπως είπε– να εκδίδει πολύ συχνότερα, αν αυτό ήταν ο στόχος.
Από τον κόλπο της Γέρας στον τίτλο: το «σκοτεινό βάθος» που έγινε βιβλίο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αφήγησή της για το πώς γεννήθηκε ο τίτλος «Αχαρτογράφητα νερά»: μια καλοκαιρινή στιγμή στον κόλπο της Γέρας, όταν –κολυμπώντας με μάσκα– βρέθηκε μπροστά σε ένα «απίστευτο βάθος», σε ένα «σκοτάδι» που την τρόμαξε. Η στιγμή εκείνη, όπως την περιέγραψε, μετατράπηκε σε λέξη-κλειδί: «Ωχ… τι έκανες, παιδί μου! Έπλαισες αχαρτογράφητα νερά». Επιστρέφοντας σπίτι, σημείωσε τη φράση σε χαρτί και –όπως είπε– «έχω τίτλο βιβλίου, τέλος».
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε 432 σελίδες.
«Δεν είναι παραμυθάκια»: ο έρωτας ως «βάση» για κοινωνικά και πολιτικά θέματα
Η συγγραφέας υπερασπίστηκε σταθερά τον ρόλο του έρωτα στη λογοτεχνία, λέγοντας ότι αποτελεί «τη βάση του μυθιστορήματος», πάνω στην οποία «στήνονται ιστορίες» και αναπτύσσονται κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Απάντησε, επίσης, στην κριτική που –όπως ανέφερε– διατυπώνουν ορισμένοι για τη σύγχρονη μυθιστοριογραφία, υποστηρίζοντας ότι συχνά πρόκειται για ανθρώπους «που δεν διαβάζουν» ή «που δεν ερωτεύονται».
Σε αυτό το πλαίσιο, ξεχώρισε τη ρομαντική επιλογή του βιβλίου της: έναν έρωτα όχι «σαρκικό», αλλά πλατωνικό, με έμφαση στην κατανόηση, την εσωτερική κίνηση, το «τρέμουλο» και τη σταδιακή προσέγγιση. Η ίδια το συνέδεσε και με την πίεση της σύγχρονης ζωής – ιδιαίτερα για τα νέα παιδιά που «μαθαίνουν να τρέχουν» και «δεν προλαβαίνουν να ονειρευτούν» – προτείνοντας, ουσιαστικά, μια επιστροφή σε ρυθμούς που αφήνουν χώρο για επιθυμία, φαντασία και ουσιαστική επαφή.
Το κεντρικό νήμα του βιβλίου: ψυχολογική κακοποίηση, οικογενειακές και συζυγικές σχέσεις
Η Άννα Γαλανού τοποθέτησε τα «Αχαρτογράφητα νερά» ως το βιβλίο που «κλείνει» μια τετραλογία για την κακοποίηση γυναικών. Στη συνέντευξη, περιέγραψε ότι έχει συνομιλήσει με γυναίκες που βρέθηκαν σε δομές και στέγες φιλοξενίας, ενώ μετέφερε στιγμιότυπα από παρουσιάσεις της – εντός και εκτός Λέσβου – όπου γυναίκες μίλησαν δημόσια για αποφάσεις ζωής που πήραν, ακόμη και μετά από δεκαετίες.
Στο νέο μυθιστόρημα, όπως εξήγησε, ο πυρήνας «στήνεται» πάνω σε τρία πεδία σχέσεων:
οικογενειακές σχέσεις και οι μηχανισμοί που «κόβουν τα φτερά» ενός παιδιού,
οικονομικές σχέσεις/εξαρτήσεις και το πώς επιβάλλονται «θέλω» τρίτων,
συζυγικές σχέσεις όπου, ακόμη κι αν «υπάρχουν τα πάντα σε αφθονία», η γυναίκα βιώνει αδιαφορία και εγκλεισμό σε ένα «χρυσό κλουβί».
Η ηρωίδα, Ειρήνη Μπαλτά, παρουσιάζεται ως μια γυναίκα που «παγιδεύεται» από πολύ νωρίς: παντρεύεται ουσιαστικά χωρίς επιλογή, βιώνει έλεγχο και αποκλεισμό – ακόμη και από τη μητρότητα – μέχρι που σε ώριμη ηλικία συναντά μια αγάπη που της δίνει δύναμη να «γκρεμίσει» όσα τη συνέθλιβαν. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, το κεντρικό μότο συμπυκνώνει αυτή τη διαδρομή: «Δεν είναι η αγάπη που σώζει, είναι η απόφαση να τη διεκδικήσεις.»
«Ο Έλληνας διαβάζει»: βιβλία, δανειστικές βιβλιοθήκες, λέσχες ανάγνωσης
Σε μια εποχή «σκρολαρίσματος» και διάσπασης προσοχής, η Άννα Γαλανού υποστήριξε ότι το αναγνωστικό κοινό υπάρχει – απλώς δεν αποτυπώνεται πάντα άμεσα στην αγορά, λόγω οικονομικής πίεσης και της αύξησης των τιμών. Περιέγραψε, ωστόσο, έναν ζωντανό κύκλο ανάγνωσης: δανειστικές βιβλιοθήκες, ανταλλαγές βιβλίων μεταξύ φίλων, αλλά και λέσχες ανάγνωσης, όπου «ένα βιβλίο διαβάζεται από πολλούς».
Η θέση της ήταν σαφής: «Ο Έλληνας διαβάζει» – και η ίδια ευχαρίστησε το κοινό, «γιατί χωρίς το κοινό δεν είμαστε συγγραφείς».
Από τα πρώτα κείμενα στα 8, στη Διόπτρα και στη διδασκαλία δημιουργικής γραφής
Η συζήτηση άνοιξε και στη διαδρομή της: από τα πρώτα σχολικά σκέτς και βραβεύσεις έως την απόφαση να στείλει χειρόγραφα σε εκδότες, όταν –όπως είπε– την παρότρυνε ο σύζυγός της. Σήμερα συνεργάζεται επί χρόνια με τις εκδόσεις Διόπτρα, ενώ παράλληλα διδάσκει δημιουργική γραφή στο New York College και αρθρογραφεί (μεταξύ άλλων) στο OnDay.gr, σύμφωνα με το βιογραφικό της στον εκδοτικό οίκο.
Ένα ακόμη ανθρώπινο στιγμιότυπο της συνέντευξης ήταν η αναφορά της στον «πιο σκληρό επιμελητή» της: τον σύζυγό της, που διαβάζει πρώτος τα κείμενα και επιμένει σε αυστηρές παρατηρήσεις – μια διαδικασία που, όπως είπε, τους οδηγεί ακόμη και σε καβγάδες, αλλά λειτουργεί τελικά ως στήριξη στην ποιότητα της γραφής.
«Διαδραστική» παρουσίαση με ερωτήσεις από το κοινό
Κλείνοντας, η Άννα Γαλανού κάλεσε το κοινό να κρατήσει τις ερωτήσεις του για την παρουσίαση της Τετάρτης, προαναγγέλλοντας μια σύντομη, ανοιχτή και διαδραστική βραδιά: λίγα λόγια από τους/τις ομιλήτριες και έπειτα κουβέντα με τον κόσμο. «Δεν θα τους ζαλίσουμε», είπε χαρακτηριστικά, επιμένοντας ότι ο στόχος είναι η ουσιαστική συνομιλία.
Η Μυτιλήνη, άλλωστε, είναι το σημείο όπου η ιστορία ξεκινά, παίρνει τίτλο, βρίσκει ρυθμό και επιστρέφει, για να ειπωθεί ξανά, αυτή τη φορά μπροστά στο κοινό του νησιού.