
Στην Άντισσα, εκεί όπου η απόσταση από το κέντρο συχνά μεταφράζεται σε μοναξιά και γραφειοκρατικό αδιέξοδο, η Βάγια Καρίνου έφτιαξε κάτι που μοιάζει απλό αλλά είναι βαθιά πολιτικό: μια σταθερή παρουσία «δίπλα στον άνθρωπο». Πρόεδρος του Ελαιουργικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Άντισσας, μοναδική τέτοια πρόεδρος σε όλη τη Λέσβο η ίδια περιγράφει τον ρόλο στην καθημερινή εκπροσώπηση και αποσυμπίεση του φόβου: να υπάρχει κάποιος/α που θα απαντήσει, θα εξηγήσει, θα ανοίξει δρόμους ώστε ο αγρότης και ο κτηνοτρόφος να πάρει «αυτό που δικαιούται».
Η διαδρομή της ξεκινά από μια επιλογή ζωής. Παρότι μεγάλωσε στη Μυτιλήνη και έζησε στην Αθήνα μέχρι τα 25 της, με σπουδές στις πολιτικές και οικονομικές επιστήμες, δεν την κέρδισε ποτέ η «καριέρα γραφείου». Την κέρδισε, όπως λέει, η φύση, ο ρυθμός του χωριού, εκείνο το «κατέργαστο διαμάντι» που είδε στην Άντισσα πριν από περίπου 22 χρόνια: ένας τόπος με προοπτικές, αλλά και με ανάγκη ενδυνάμωσης σε μια μικρή, απομακρυσμένη κοινωνία.
Η εγκατάσταση στην Άντισσα δεν ήρθε ως ρομαντική φυγή. Ήρθε μέσα από μια προσωπική ιστορία που φέρει τη σφραγίδα της γυναικείας εργασίας της φροντίδας. Γνώρισε τον σύζυγό της στη Μυτιλήνη ένα καλοκαίρι, «ήταν ακαριαίο», και από τότε είναι μαζί 26 χρόνια. Είναι παντρεμένη και έχει πέντε παιδιά, τέσσερα από τα οποία ήταν από τον πρώτο γάμο του άντρα της και τα μεγάλωσε με πολλή αγάπη, χτίζοντας οικογένεια «στην πράξη», όχι ως τυπικό σχήμα.
Για χρόνια το κέντρο βάρους ήταν το σπίτι. Η ίδια το λέει καθαρά: με πέντε παιδιά «δεν γινόταν να ασχοληθώ με τα κοινά». Η μητρότητα, όπως την περιγράφει, είναι «η βάση» και ο στόχος ήταν να «βγάλω ανθρώπους» στην κοινωνία, πριν μπει μπροστά σε δημόσιους ρόλους. Αυτή η αφήγηση δεν αποτελεί «ιδιωτική λεπτομέρεια». Είναι το κλειδί για να καταλάβουμε γιατί η γυναικεία ηγεσία στην ύπαιθρο σπάνια φαίνεται ως ηγεσία: συνήθως προηγείται ένα αόρατο, πολυεπίπεδο έργο οργάνωσης, αντοχής και συνεχούς φροντίδας.

Η ανάσταση ενός συνεταιρισμού που υπολειτουργούσε
Όταν η κουβέντα πάει στην προεδρία, η Βάγια Καρίνου μιλά καθαρά: «Όχι, δεν το ήθελα – προέκυψε», λέει για το πώς βρέθηκε μπροστά. Ο συνεταιρισμός της Άντισσας, «20 χρόνια υπολειτουργούσε» και οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε γνώση ούτε εμπιστοσύνη: «ο κόσμος φοβόταν». Έβλεπε όμως μια δυναμική που δεν αξιοποιούνταν και, κυρίως, έβλεπε το κενό εκπροσώπησης: οι κτηνοτρόφοι δούλευαν, αλλά ήταν μόνοι απέναντι σε ένα «σύστημα» με μπερδεμένους κανόνες, χαμένα δικαιώματα, επιδοτήσεις που δεν φτάνουν, προγράμματα που μένουν ανεκμετάλλευτα.
Το 2022 η ίδια και άλλα μέλη ξεκίνησαν την προσπάθεια αναγέννησης του συνεταιρισμού, σε μια περίοδο που η δραστηριότητά του είχε πέσει τόσο ώστε να κινδυνεύει με κλείσιμο. Η Καρίνου περιγράφει ότι μπήκε μπροστά στις εκλογές μαζί με το συμβούλιό της και άρχισαν να οργανώνουν ξανά τη λειτουργία του σχήματος, όχι ως «γραφείο», αλλά ως καθημερινό αποκούμπι: «να σηκώσει στο τηλέφωνο… να του πει το πρόβλημά του».
Το πρώτο «τεστ εμπιστοσύνης»: να αποκατασταθεί μια αδικία
Η εμπιστοσύνη δεν χτίστηκε με λόγια, αλλά με ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Στην περίοδο της ακαρπίας, όταν σε άλλα χωριά «έπεφταν» αποζημιώσεις μέσω ΕΛΓΑ, η Άντισσα έμενε απ’ έξω. Η Β. Καρίνου μπήκε στη διαδικασία να μιλήσει με υπηρεσίες, να διεκδικήσει, να οργανώσει. «Κι εμείς εδώ πληρώνουμε ΕΛΓΑ», είπε, και όταν ήρθε η επιβεβαίωση πως «δικαιούσαστε κι εσείς», αυτό λειτούργησε σαν σημείο καμπής: ο κόσμος άρχισε να την εμπιστεύεται, όχι επειδή «είναι πρόεδρος», αλλά επειδή απέδειξε ότι μπορεί να ξεμπλοκάρει μια αδικία.

Αυτό το μοτίβο επανέρχεται στη φιλοσοφία της: ο συνεταιρισμός είναι «εταιρεία» και χρειάζεται κέρδος, όμως πρώτα πρέπει να έχει «κέρδος ο άνθρωπος»—να μπορεί να μείνει στον τόπο του. Στην Άντισσα, σημειώνει, από περίπου 2.000 κατοίκους το χειμώνα έχουν μείνει 500–600. «Πρέπει να τους δώσουμε κίνητρα» για να μείνουν. Η γυναικεία της ματιά εδώ λειτουργεί ως στρατηγική επιβίωσης μιας κοινότητας.
«Δεν ήταν εύκολο»: γυναικεία ηγεσία μέσα σε φαλλοκρατικά αντανακλαστικά
Όταν τη ρωτάς πώς είναι να βγαίνει μπροστά ως γυναίκα, δεν ωραιοποιεί τίποτα. «Ο φαλλοκρατισμός ειδικά στην επαρχία είναι δεδομένος», λέει. Και επιμένει σε μια αλήθεια που συνήθως περνά ως «κοινότοπη» για να μείνει ακίνδυνη: η γυναίκα δεν «βοηθά» απλώς στην αγροτική ζωή, εργάζεται. Κρατάει το σπίτι, φροντίζει τον οικιακό κύκλο, πηγαίνει στα χωράφια, είναι ο πολλαπλασιαστής της ημέρας. Κι όταν τη ρωτάς «και ποια παρηγορεί τη γυναίκα;», η απάντηση είναι πικρά ρεαλιστική: «μαθαίνει να τα παλεύει μόνη της».
Στην πράξη, η ηγεσία της χτίστηκε με διάλογο, εξήγηση, απλά λόγια, συγκεκριμένα οφέλη: «θα κάνουμε αυτό, θα κερδίσεις αυτό». Όχι με ύψωμα φωνής, όχι με εντολές. Αυτή είναι μια γυναικεία τεχνογνωσία εξουσίας, εξηγεί: να κάνεις τους άλλους να καταλάβουν- πριν τους ζητήσεις να σε ακολουθήσουν.
Από το λάδι ως «όνομα του τόπου» μέχρι το επόμενο βήμα
Η Άντισσα, λέει η Καρίνου, έχει «πολύ καλό λάδι» και οι ορεινοί, ξηρικοί ελαιώνες δίνουν διαφορετική ποιότητα. Σε ρεπορτάζ για τον Συνεταιρισμό, καταγράφονται συγκεκριμένα βήματα: ενίσχυση της τυποποίησης, νέες συσκευασίες, και στόχευση στην υπεραξία του προϊόντος μέσα από τη συλλογική προσπάθεια. Παράλληλα, έχει παρουσιαστεί δημόσια και προϊόν αγουρέλαιου του συνεταιρισμού, συνδεδεμένο με την τοπική υπερηφάνεια και τη γευσιγνωσία ως εμπειρία.
Η ίδια ανοίγει και ένα ακόμη κεφάλαιο: την προοπτική αξιοποίησης του «χορταρόλαδου» σε μικρές συσκευασίες, με έμφαση στην περιποίηση και σε έναν τοπικό μύθο, «χωρίς να αποκαλύπτει άλλα». Και εδώ, δεν κυνηγάει απλώς ένα προϊόν, χτίζει αφήγημα του τόπου.
Το μήνυμά της προς τις γυναίκες
Πριν κλείσει η συνέντευξη, η Βάγια Καρίνου το λέει όπως το νιώθει: «ο Μάρτιος και όλος ο χρόνος είναι χρόνος για εμάς τις γυναίκες». Και στέλνει ένα μήνυμα που ταιριάζει σε κάθε γυναίκα που διστάζει να κάνει το βήμα της δημόσιας ευθύνης—είτε αυτό λέγεται συνεταιρισμός, είτε επιχείρηση, είτε κοινότητα: να εμπιστευτεί το ένστικτό της και τον εαυτό της. «Οι γυναίκες έχουν μέσα τους πάρα πολύ δύναμη… Χρειάζεται υπομονή και επιμονή… και χαμόγελο, γιατί όλοι είμαστε όμορφες όταν χαμογελάμε».