
Μια μικρή ιστορία επίκαιρη λόγω ημερών, γραμμένη με λεπτότητα, ευαισθησία και χιούμορ από έναν αδιαμφισβήτητο δεξιοτέχνη της αφήγησης· η χειμαρρώδης αχαλίνωτη νιότη, η κοινή γνώμη με την καταπιεστική ενίοτε στάση της (ιδίως παλαιότερα), η διαφορετική ανατροφή των φύλων, η μητρότητα, ο αγιασμός των υδάτων τα Φώτα με το έθιμο του Σταυρού συνταιριασμένα με ύφος γλαφυρό και απολαυστικό …
Τʼ αντροκόριτσο
(Αργύρης Εφταλιώτης, «Νησιώτικες Ιστορίες»)
Ανοικονόμητο κορίτσι η Κατινιώ. Ησυχία δεν εύρισκε το σκολειό, άμα έμπαινε στερνή στερνή πάντα, ησυχία δεν είχε το χωριό, άμα σκόλαζε. Όντας ορφανή κι από κύρη κι από μάνα, είχε την έννοια της κάποια της θεια· ας την πούμε θεια, αφού κι εκείνη έτσι την έλεγε. Ήτανε δεύτερη ή τρίτη της αξαδέρφη. Ψυχή δεν τολμούσε να της εναντιωθεί. Αν την έπιανε ή η θεια ή καμιά γειτόνισσα απάνω σε σκανταλιά και ζητούσε να την παιδέψει, ένα τσυριχτό και τις απολώλαινε. Δεν έπιανε το τσυριχτό; Ξεχύμιζε καταπάνω τους με τα νύχια σα γάτα. Λογαριασμό μαζί της δεν έβρισκες.
Και δεν ήτανε να πεις και μικρή. Ίσως η μεγαλύτερη του σκολειού. Ξετρελαμένο κεφάλι όμως, πάντα στην κάτω κάτω τάξη έμνισκε. Όμως στην αταξία πρώτη πάντα. Αταξία, όχι μονάχα στο φέρσιμο μα σε όλα της. Τα μαύρα και τα γυαλιστερά της μαλλιά πάντα μισοξέπλεγα, πάντα με χωρίστρα που κατέβαινε σαν ποτάμι, μια απεδώ μια απεκεί, και χυνότανε στο λιοκαμένο της μέτωπο. Αν τύχαινε σε χέρια πιο νοικοκυρεμένα από της θειας, ίσως θα φαινότανε πιο συγυρισμένη, ίσως και πιο όμορφη, γιατί δεν της έλειπαν οι χάρες, κι ας ήταν τα χείλη της χοντρουλά κι η ματιά της σαν αγορίσια. Όταν έλειπε κι από σπίτι κι από σκολειό, δύσκολο δεν ήτανε να τη βρεις. Ή στʼ αντικρινό βουναράκι και παράβγαινε στο λιθάρι με τους κολίγηδές της ή στο περιγιάλι και πότε περπατούσε γυμνοπόδαρη απάνω στα παιχνιδιάρικα κύματα, πότε το ʼριχτε και στο κολύμπι, άμα τύχαινε μοναξιά. Μα και δέντρα σκαρφάλωνε κάποτες. Τέλος, πήγε και στον πετροπόλεμο μια φορά που πιάστηκαν οι δυο ενοριές.
Σα γύρισε τα δεκαπέντε κι αρχίνισε να φουντώνει το λυγερό της κορμί, είπαν της θειας της οι γειτόνισσες πως καιρός της πια να τη συμμαζέψει, μην τύχει και πάθει τίποτις το κορίτσι και βγάλει όνομα και το χωριό που, δόξα να ʼχει ο Θεός, δεν έγινε τίποτις άπρεπο ως την ώρα. Δεν της κακοήρθε της Κατινιώς αυτό. Να γλυτώσει από σκολειό, να κάνει και τα δικά της.
Την έβαζε η θεια στη δουλειά, που δεν τα ʼχανε και πολλά για να κάθουνται, αυτή όμως έλεγε: ‒ Όχι· κάτσε εσύ στʼ αδράχτι, στη ρόκα, στον αργαλειό, ό,τι περίδρομος είναι· κι εγώ πάω στα ξύλα, αν ήτανε για ξύλα, στο νερό, αν ήτανε για νερό. Τι να κάμει η θεια, την άφηνε. Τις έκανε λοιπόν η Κατινιώ όλες αυτές τις δουλειές γοργοπετώντας πάντα και τραγουδώντας, μόνο και μόνο για να βρίσκεται όξω. Αν έσπανε κι η λαγήνα καμιά φορά, ας τολμούσε η θεια να της μιλήσει, που μια φορά η μικρή την έδειρε κιόλας. Τις πιότερες φορές ωστόσο έσωνε η γλωσσίτσα της, που την έτρεμε η καημένη η θεια.
Ήτανε Φώτα. Με χέρια μαργωμένα, με κόκκινες μύτες από το κρύο, κατέβαινε ο κόσμος στο ποτάμι, παπάδες και ψαλτάδες ομπρός, για νʼ αγιάσουν τα νερά και να ρίξουν και το Σταυρό. Τον έριξαν το Σταυρό, σαν ήρθε η ώρα του. Ήτανε να βουτήξει ξένος ναύτης αυτή τη χρονιά και να τόνε βγάλει. Στέκουνταν από τον αντικριστό τον όχτο και πρόσμενε. Άμα είδε το Σταυρό κι έπεφτε, πήδηξε ο ναύτης μες στο ποτάμι. Πρι να ζυγώσει όμως, άλλο κορμί ξεχυμίζει από την αποδώθε μεριά, κατά το μέρος που ʼπεσε ο Σταυρός. Και πρι να προφτάξει ο ξένος, έβγαινε η Κατινιώ με βρεμένα φουστάνια, με νερά σταζούμενα από τις πλεξούδες της και στο χέρι της ο Σταυρός. Φωνάξανε, τσυρίξανε, τι να κάμουν! Μόνο που την άρπαξε από το χέρι ο επίτροπος της εκκλησιάς και της πάτησε μια ραβδιά. Τήνε βάλανε κι έτρεξε ίσια σπίτι της νʼ αλλάξει, πρι να σκυλοπουντιάσει.
Πήγε σπίτι, άλλαξε, της έψησε η θεια της αλιφασκιά, ήρθαν οι γειτόνισσες κατόπι να τη δούνε και να σταυροκοπηθούν, που κατάντησε ως εκεί τʼ αντροκόριτσο και πια πως μόνο που δεν έβγαλε ουρά τέτοιος δαίμονας. Αυτή όμως, αλλαγμένη τώρα και ζεσταμένη, μήτε γύρισε να τις ακούσει, μόνε μια και δυο και ξαναβγαίνει και παίρνει το δρόμο του λιμανιού. Πήρε το δρόμο του λιμανιού κι όμως δεν κατέβηκε στο λιμάνι. Είπε κάποιος πως τράβηξε κατά την ακρογιαλιά, λίγο παρέξω. Αλήθεια, ψέματα, δεν ξαναφάνηκε η Κατινιώ στης θειας της εκείνη τη μέρα. Μήτε την άλλη μέρα δεν ξαναφάνηκε, μήτε την άλλη. Βάλανε και μηνύσανε στʼ άλλα χωριά, έγραψαν του δεσπότη να ξετάσει να μάθει, μήτε φάνηκε, μήτʼ ακούστηκε τʼ αντροκόριτσο. Κι είχε πια να κάνει η απαρηγόρητη η θεια με τις γειτόνισσες που την αποτρέλαναν εκείνη τη μέρα μαλώνοντάς την.
‒ Κατέβηκα ως τη Λέρο, μου ʼλεγε τις προάλλες ο καπετάνιος ο Καραγιώργος, να ψουνίσω σφουγγάρια. Και τι θαρρείς! Ότι έβγαινα από την εκκλησιά, Φώτα μέρα, να πάω κατά τη σκάλα να δέσω άλλο ένα παλαμάρι που παραφυσούσε, περνώντας από παράμερη γειτονιά ‒ ποιόνα να δω σʼ ένα κατώφλι; Τʼ αντροκόριτσό μας η Κατινιώ και βύζαινε ένα μωρό θρεφτάρι μονάχο! Κοιτώντας το με μάτια ολόγλυκα και με χαμόγελο που δεν το γνώριζαν τα χείλη της, τότες που σκυλολογούσε μες στο χωριό μας, του φώναζε σαν τρελή: ‒Φωτάκη μου, Φωτάκη μου! Και πού να ταξιδεύει ο κύρης σου τώρα και σε ποια νερά να βουτάει, για να βγάλει το Σταυρό, που μια και μονάχη φορά δεν τον πρόφταξε! ...
(Επιμέλεια: Βασίλειος Α. Γεώργας, εκπαιδευτικός - συγγραφέας)