
Έντονες αντιδράσεις προκαλεί στον χώρο της εκπαίδευσης η πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην κατάργηση των σχολικών επιτροπών και στους μεγάλους δήμους της χώρας, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, ο Πειραιάς, η Πάτρα και τα Γιάννενα. Όπως επισημαίνει σε εκτενή ανακοίνωσή της η Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών, η σχετική ρύθμιση περιλαμβάνεται σε σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών και έρχεται να επεκτείνει ένα μέτρο που ήδη εφαρμόζεται στους περισσότερους δήμους μετά τον νόμο 5056/2023, με μοναδική εξαίρεση έως σήμερα τους δήμους με περισσότερα από 100 σχολεία.
Ενάμιση χρόνο μετά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου, οι εκπαιδευτικοί κάνουν λόγο για μια πραγματικότητα που δικαίωσε πλήρως τις προειδοποιήσεις συνδικάτων, γονεϊκών συλλόγων αλλά και δημάρχων. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η κατάργηση των σχολικών επιτροπών συνοδεύτηκε από δραστική μείωση της χρηματοδότησης, με τα χρήματα που φτάνουν στα σχολεία να έχουν περιοριστεί έως και κατά 50%. Σχολικές μονάδες που στο παρελθόν διέθεταν 5 έως 6 χιλιάδες ευρώ ετησίως για λειτουργικές ανάγκες, σήμερα λαμβάνουν στην καλύτερη περίπτωση 1 έως 2 χιλιάδες ευρώ, γεγονός που καθιστά προβληματική ακόμη και την κάλυψη στοιχειωδών εξόδων.
Την ίδια στιγμή, η μεταφορά της ευθύνης στους δήμους, χωρίς αντίστοιχους πόρους και προσωπικό, έχει δημιουργήσει σοβαρές δυσλειτουργίες. Η υποστελέχωση δημοτικών υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τις χρονοβόρες διαδικασίες των διαγωνισμών, οδηγεί σε καθυστερήσεις στην προμήθεια υλικών, σε υλικά κακής ποιότητας ή και σε πλήρη αδυναμία κάλυψης αναγκών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί δήμος που διαχειρίζεται δεκάδες σχολεία με μόλις 1 υπάλληλο αρμόδιο για τα σχετικά ζητήματα, ενώ κρίσιμες εργασίες για την ασφάλεια των σχολικών κτηρίων, όπως η πυρασφάλεια ή η συντήρηση ανελκυστήρων, μένουν πίσω.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη ραγδαία αύξηση της γραφειοκρατίας, με διευθυντές σχολείων να μετατρέπονται, όπως σημειώνεται, σε άτυπους λογιστές, αδυνατώντας να προμηθευτούν ακόμη και απλά υλικά. Η περιβόητη παγία συχνά παραμένει ανενεργή στους τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ κάθε αλλαγή διευθυντή μπορεί να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση ενός σχολείου για μήνες.
Παράλληλα, η Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών κάνει λόγο για ενίσχυση της αδιαφάνειας. Η απόσταση ανάμεσα στα κονδύλια που διατίθενται από το Υπουργείο Εσωτερικών προς τους δήμους και σε όσα τελικά φτάνουν στις σχολικές μονάδες χαρακτηρίζεται τεράστια, με ανησυχίες ότι πόροι των σχολείων κατευθύνονται σε άλλες ανάγκες των δήμων. Την ίδια ώρα, η αδυναμία υλοποίησης διαγωνισμών έχει οδηγήσει σε αύξηση των απευθείας αναθέσεων, συχνά με υψηλότερο κόστος.
Οι εκπαιδευτικοί εκτιμούν ότι η επέκταση του μέτρου στους μεγάλους δήμους θα επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση και συνδέουν την κυβερνητική επιλογή με μια συνολική πολιτική υποχρηματοδότησης και εμπορευματοποίησης της παιδείας. Όπως τονίζεται, η αναζήτηση χορηγών και η είσοδος ιδιωτών στα σχολεία παρουσιάζονται ως λύση σε προβλήματα που η ίδια η πολιτική δημιουργεί, την ώρα που εκπαιδευτικοί και γονείς αναγκάζονται να βάζουν χρήματα από την τσέπη τους για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών απαιτεί την άμεση απόσυρση της διάταξης, την επανασύσταση των σχολικών επιτροπών, την ουσιαστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, τη διαγραφή χρεών των σχολείων και τη διασφάλιση αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν παιδείας, χωρίς χορηγούς, κατηγοριοποιήσεις και ιδιωτικές παρεμβάσεις.