
Συμβάσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, αμοιβές που αμφισβητούνται από πρώην εργαζομένους και επιστροφές χρημάτων μετά την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνθέτουν την υπόθεση που φέρνει στο φως το Follow the Money για το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο σύμβουλοι με επαγγελματικούς δεσμούς με τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Γεράσιμος Ζαγορίτης και ο Έρικ Θανόπουλος Παρκς.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το οποίο μεταφέρει το Dnews, οι επίμαχες συμβάσεις βρίσκονται υπό διερεύνηση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με την υπηρεσία καταπολέμησης της διαφθοράς της βελγικής αστυνομίας να διενεργεί την έρευνα. Οι συνολικές αμοιβές ενδέχεται να έφτασαν τις 780.000 ευρώ. Πρόκειται για στοιχεία που αποδίδονται στη δημοσιογραφική έρευνα και όχι για δημοσιοποιημένο πόρισμα που διαπιστώνει ποινικές ευθύνες.
Το ρεπορτάζ του Simon Van Dorpe, σε συνεργασία με το ελληνικό inside story και τη γερμανική Süddeutsche Zeitung, αναφέρει ότι προηγήθηκε έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης, της OLAF, η οποία ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Οι δύο εταιρείες και οι δεσμοί με τη Νέα Δημοκρατία
Οι συμβάσεις αφορούν την Campaign Lab, με έδρα το Βέλγιο, του Γεράσιμου «Τζέρι» Ζαγορίτη, και την HD Heavyweight, με έδρα την Κύπρο, του Έρικ Θανόπουλου Παρκς.
Ο Ζαγορίτης εργάστηκε για σχεδόν έξι χρόνια στο πλευρό δύο ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στις Βρυξέλλες. Ο Παρκς είχε διατελέσει επί σειρά ετών σύμβουλος επικοινωνίας της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Οι συγκεκριμένες συνεργασίες προσδίδουν ελληνικό πολιτικό ενδιαφέρον στην υπόθεση. Δεν συνιστούν, ωστόσο, από μόνες τους στοιχείο παρατυπίας ούτε τεκμηριώνουν εμπλοκή της ΝΔ ή του πρωθυπουργού στις ερευνώμενες συμβάσεις.
Οι αναθέσεις έγιναν λίγο μετά την ανάληψη της προεδρίας του ΕΛΚ από τον Μάνφρεντ Βέμπερ και την τοποθέτηση του Θανάση Μπακόλα στη θέση του γενικού γραμματέα, τον Μάιο του 2022. Ο Μπακόλας, με περίπου δύο δεκαετίες συνεργασίας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανέλαβε τη θέση έπειτα από πρόταση του Βέμπερ.
Από τις 570.000 στις πιθανές 780.000 ευρώ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Follow the Money, οι δύο εταιρείες έλαβαν περίπου 570.000 ευρώ από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Ιανουάριο του 2023.
Το ποσό, όμως, ενδέχεται να ήταν μεγαλύτερο. Δύο πηγές με γνώση της υπόθεσης ανέφεραν στο ερευνητικό μέσο ότι οι πληρωμές πιθανότατα συνεχίστηκαν έως τον Μάρτιο του 2023, ανεβάζοντας τη συνολική αμοιβή περίπου στις 780.000 ευρώ. Η εκτίμηση αυτή αποδίδεται στις συγκεκριμένες πηγές και δεν παρουσιάζεται ως οριστικά επιβεβαιωμένο σύνολο.
Το βασικό ερώτημα αφορά τη σχέση ανάμεσα στο κόστος και στις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν. Πέντε πρώην εργαζόμενοι του ΕΛΚ υποστήριξαν ότι οι αμοιβές φαίνονταν δυσανάλογες προς το έργο των συμβούλων. Κατά τις ίδιες μαρτυρίες, αντίστοιχες υπηρεσίες συνήθως δεν ξεπερνούν τις 60.000 ευρώ για ένα εξάμηνο.Οι Ζαγορίτης και Παρκς αμφισβήτησαν αυτή την εκτίμηση.
Το Ευρωκοινοβούλιο περιόρισε την κάλυψη των δαπανών
Η υπόθεση είχε ήδη προκαλέσει παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις αρχές του 2023, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να καλύψει το σύνολο των δαπανών, εγκρίνοντας περίπου 115.000 ευρώ. Το υπόλοιπο επιβάρυνε το ίδιο το ΕΛΚ.
Ακολούθησε επιστροφή χρημάτων από τους δύο συμβούλους, οι οποίοι επέστρεψαν περίπου το μισό του ποσού που είχε απομείνει να καλύψει το κόμμα. Ο Ζαγορίτης χαρακτήρισε την επιστροφή «εμπορική χειρονομία» και ο Παρκς «χειρονομία καλής θέλησης».
Η εξέλιξη αυτή αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για την αρχική κοστολόγηση, την αξιολόγηση των υπηρεσιών και τις διαδικασίες έγκρισης των δαπανών. Δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη ποινικού αδικήματος.
Κλειστά τα έγγραφα των αναθέσεων
Το Follow the Money ζήτησε πρόσβαση στις συμβάσεις, στα έγγραφα των διαδικασιών ανάθεσης και στη σχετική αλληλογραφία των ευρωπαϊκών υπηρεσιών.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε το αίτημα, επικαλούμενο μεταξύ άλλων την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των συμβούλων και την ύπαρξη έρευνας σε εξέλιξη, την οποία θα μπορούσε να επηρεάσει η δημοσιοποίηση.
Το ερευνητικό μέσο θέτει ερωτήματα για ενδεχόμενη ευνοϊκή μεταχείριση στις αναθέσεις, αλλά και για το αν όλα τα χρήματα προορίζονταν αποκλειστικά για τους δύο συμβούλους. Τα ερωτήματα αυτά παραμένουν προς διερεύνηση και δεν ισοδυναμούν με διαπιστωμένες πληρωμές προς τρίτους.
Τι απαντούν το ΕΛΚ και οι εμπλεκόμενοι
Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα δήλωσε ότι δεν έχει λάβει επίσημη ενημέρωση για την έρευνα. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι σέβεται την ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών και θα συνεργαστεί πλήρως, εφόσον του ζητηθεί.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία απέφυγε να σχολιάσει, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας των διαδικασιών. Αντίστοιχη στάση κράτησαν η βελγική αστυνομία και η OLAF.
Ο Γεράσιμος Ζαγορίτης δήλωσε ότι δεν έχει επικοινωνήσει μαζί του κάποια ερευνητική ή άλλη αρμόδια αρχή για τη συγκεκριμένη ή οποιαδήποτε άλλη υπόθεση. Ο Έρικ Θανόπουλος Παρκς και ο Θανάσης Μπακόλας δεν απάντησαν στα αιτήματα σχολιασμού για το νέο δημοσίευμα.
Σε προηγούμενη τοποθέτησή του, ο Μπακόλας είχε υποστηρίξει ότι οι οικονομικές αποφάσεις της θητείας του, συμπεριλαμβανομένων των επίμαχων συμβάσεων, είχαν ελεγχθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είχαν κριθεί νόμιμες και ορθές. Το ΕΛΚ έχει επίσης αναφέρει ότι οι προσλήψεις εντάσσονταν σε αναδιάρθρωση για την ενίσχυση της ψηφιακής επικοινωνίας και των σχέσεων με τα εθνικά κόμματα.
Ερωτήματα για την εποπτεία επί Βέμπερ
Οι συμβάσεις υπογράφηκαν επί προεδρίας Μάνφρεντ Βέμπερ, με τον Θανάση Μπακόλα να έχει, ως γενικός γραμματέας, την ευθύνη της καθημερινής λειτουργίας του κόμματος. Η υπόθεση επαναφέρει συνεπώς το ζήτημα των εσωτερικών ελέγχων και του τρόπου με τον οποίο εγκρίνονταν σημαντικές δαπάνες.
Ο Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελαμί, που εξελέγη ταμίας του ΕΛΚ το 2024, δήλωσε στο Follow the Money ότι μετά την υπόθεση των συμβούλων αναμορφώθηκαν οι εσωτερικές διαδικασίες του κόμματος.
Το δημοσίευμα υπενθυμίζει και προηγούμενη, διαφορετική έρευνα για τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του Βέμπερ. Εκείνη η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, καθώς δεν διαπιστώθηκαν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθεί ότι είχε διαπραχθεί ποινικό αδίκημα.
Για τις συγκεκριμένες συμβουλευτικές συμβάσεις, τα κρίσιμα ζητήματα παραμένουν το ύψος των αμοιβών, τα παραδοτέα και οι όροι ανάθεσης. Οι απαντήσεις απαιτούν έλεγχο των στοιχείων, ενώ οποιαδήποτε απόδοση ποινικής ευθύνης ανήκει στις αρμόδιες αρχές.