
Πίσω από τις ισχυρές επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού παραμένει μια έντονα άνιση κατανομή της δραστηριότητας και των εσόδων. Πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων, ενώ το 90% των Δημοτικών Ενοτήτων της χώρας εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, στην εκδήλωση για τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ελληνικός Τουρισμός — Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές». Κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η επόμενη ημέρα του κλάδου θα κριθεί από τα έσοδα ανά επισκέπτη, την ποιότητα των υπηρεσιών και το κατά πόσο η ανάπτυξη βελτιώνει τη ζωή στους τόπους που υποδέχονται τους τουρίστες.
Για τα νησιά, όπου πραγματοποιείται το 58% της τουριστικής δραστηριότητας, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η επάρκεια νερού, οι αντοχές των υποδομών, η πρόσβαση στη στέγαση και η στελέχωση των επιχειρήσεων συνδέονται άμεσα τόσο με την καθημερινότητα των κατοίκων όσο και με την εμπειρία των επισκεπτών.
Ισχυρή οικονομική συμβολή, συγκέντρωση σε λίγους προορισμούς
Παρουσιάζοντας τη μελέτη, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Άρης Ίκκος, ανέδειξε το μέγεθος της συμβολής του τουρισμού στην οικονομία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 2025 η άμεση συνεισφορά του αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική, άμεση και έμμεση, εκτιμάται περίπου στο 30%. Οι επενδύσεις του κλάδου υπολογίζονται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση στην τουριστική ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, και διατηρεί ισχυρή παρουσία στις προτιμήσεις βασικών ευρωπαϊκών αγορών. Αποτελεί τον τρίτο πιο επιθυμητό προορισμό για Γερμανούς και Ιταλούς και τον τέταρτο για Γάλλους και Βρετανούς.
Ωστόσο, η δραστηριότητα παραμένει συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένες περιοχές και κυρίως στο τρίτο τρίμηνο του έτους. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την ανάγκη να διευρυνθούν τόσο η τουριστική περίοδος όσο και η γεωγραφική κατανομή των ωφελειών.
Υποδομές και κόστος δοκιμάζουν την ανταγωνιστικότητα
Στις βασικές αδυναμίες που καταγράφει η μελέτη περιλαμβάνονται η φορολογική επιβάρυνση, το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα ελλείμματα στις δημόσιες υποδομές. Παράλληλα, διαπιστώνεται ανάγκη καλύτερης προετοιμασίας των επιχειρήσεων σε ζητήματα περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, ενώ η κλιματική αλλαγή και ο ψηφιακός μετασχηματισμός αυξάνουν τις απαιτήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη βραχυχρόνια μίσθωση, για την οποία προτείνονται σαφείς κανόνες λειτουργίας, έλεγχοι και φορολογική ισοδυναμία με τα ξενοδοχεία. Η ανάπτυξή της, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της μελέτης, χρειάζεται να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη διαθεσιμότητα κατοικιών και την ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας.
Στην παρέμβασή του, ο κ. Αναστασάτος υποστήριξε ότι ο τουρισμός αποτελεί κατακτημένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας. Έθεσε ως προτεραιότητα την αύξηση των εσόδων ανά επισκέπτη, με αντίστοιχες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, καθώς και την ενίσχυση της παραγωγικότητας των κλάδων που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα.
Οι ελλείψεις προσωπικού φέρνουν στο προσκήνιο τους όρους εργασίας
Η δυσκολία εξεύρεσης εργαζομένων αναδείχθηκε ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις. Η συζήτηση εστίασε στην ανάγκη ο τουρισμός να προσφέρει σταθερές επαγγελματικές προοπτικές, συνεχή κατάρτιση και ένα εργασιακό περιβάλλον που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να παραμείνουν στον κλάδο.
Η κ. Γκίκα-Πετρουλάκη επισήμανε ότι η αντιμετώπιση των ελλείψεων προϋποθέτει επανεξέταση όσων προσφέρουν οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους. Η αξιοπιστία, η συνέπεια, η ποιότητα της διοίκησης και οι δυνατότητες εξέλιξης παρουσιάστηκαν ως βασικοί όροι μιας βιώσιμης εργασιακής σχέσης.
Όπως υπογράμμισε, δεν αρκεί οι επιχειρήσεις να αναζητούν προσωπικό για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Χρειάζεται και ο ίδιος ο κλάδος να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων που τον στηρίζουν.
Το κρίσιμο ερώτημα για τους κατοίκους
Παρότι το 82,4% αξιολογεί θετικά την οικονομική συνεισφορά του τουρισμού, σύμφωνα με τις έρευνες που παρουσιάστηκαν, παραμένουν ανησυχίες για το κόστος ζωής, τη στέγαση και την πίεση στις τοπικές υποδομές. Στην εκδήλωση επισημάνθηκε ότι πρόκειται για προβλήματα με πολλές αιτίες, τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό.
Η κ. Μακαντάση έθεσε στο επίκεντρο το κατά πόσο η επιτυχία του κλάδου μεταφράζεται σε καλύτερες συνθήκες για τους τόπους που τον φιλοξενούν. Η πρόσβαση στο νερό, η προστασία του περιβάλλοντος, η αντοχή των υποδομών και η ενίσχυση της τοπικής οικονομίας αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια αυτής της επιτυχίας.
Στις προτάσεις περιλαμβάνονται καλύτερος συντονισμός κράτους, Δήμων και Περιφερειών, ισχυροί Οργανισμοί Διαχείρισης Προορισμών και αξιοποίηση των τουριστικών εσόδων με ορατή ανταποδοτικότητα για τους κατοίκους. Γιατί η αύξηση των αφίξεων αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από καλύτερες υπηρεσίες, επαγγελματικές προοπτικές και βελτίωση της καθημερινότητας στις τοπικές κοινωνίες.
Πλήρης Μελέτη εδώ