
Την εικόνα της φετινής αντιγριπικής περιόδου, αλλά και τον ρόλο που διεκδικεί το σύγχρονο φαρμακείο στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, περιέγραψε σε συνέντευξή του στο «Ν» ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Φαρμακευτικού Συλλόγου Λέσβου, Απόστολος Βαλτάς. Μίλησε για την αυξημένη προσέλευση στα φαρμακεία για εμβολιασμό, τις δράσεις πρόληψης, τη στήριξη των μικρών και απομακρυσμένων φαρμακείων, αλλά και τις αιτίες που, όπως υποστήριξε, συντηρούν τις ελλείψεις φαρμάκων.

Ο κ. Βαλτάς ανέφερε ότι παρατηρείται έξαρση εποχικών ιώσεων και γρίπης, χωρίς να τη χαρακτηρίζει ανησυχητική. Όπως είπε, η προσέλευση για τον αντιγριπικό εμβολιασμό είναι μεγαλύτερη σε σχέση με πέρυσι, με τον καιρό να έχει συμβάλει στην έγκαιρη κινητοποίηση του κόσμου. Υπενθύμισε ότι χρειάζονται περίπου 15 ημέρες από τον εμβολιασμό για να αναπτυχθεί προστασία.
Για τη φετινή περίοδο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, αναμένεται να διατεθούν περίπου 3,2 εκατομμύρια εμβόλια. Από αυτά, περίπου 2,8 εκατομμύρια είναι τα απλά εμβόλια που μπορούν να γίνουν στα φαρμακεία, ενώ περίπου 400.000 είναι ενισχυμένα εμβόλια, τα οποία απαιτούν ιατρική συνταγή και απευθύνονται κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες και σε άτομα με επιβαρυμένη υγεία. Υπάρχει, επίσης, ρινικό εμβόλιο για παιδιά κάτω των 18 ετών, το οποίο χορηγείται από παιδιάτρους.
Οι πολίτες που ανήκουν στις ομάδες για τις οποίες προβλέπεται ο εμβολιασμός μπορούν να απευθύνονται στο φαρμακείο με τον ΑΜΚΑ τους, με την καταχώριση να γίνεται στο ηλεκτρονικό μητρώο. Ο κ. Βαλτάς αναφέρθηκε σε άτομα άνω των 60 ετών, σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστικά ή καρδιολογικά νοσήματα, διαβήτη, ανοσοκαταστολή και άλλες παθήσεις. Ως ομάδες αυξημένου κινδύνου περιέγραψε, ακόμη, όσους εργάζονται σε κλειστές δομές και μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Για τα παιδιά κάτω των 18 ετών, διευκρίνισε ότι ο εμβολιασμός γίνεται μέσω παιδιάτρου.
Ο εμβολιασμός, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες, ακόμη και τον Ιανουάριο, για όσους καθυστέρησαν ή δεν μπορούσαν να εμβολιαστούν νωρίτερα. Αναφερόμενος στον εμβολιασμό κατά της COVID-19, είπε ότι γίνεται και στα φαρμακεία, αλλά πλέον επιλέγεται από πολύ λιγότερους πολίτες.
Την εμπιστοσύνη των πολιτών στον προσωπικό τους φαρμακοποιό συνέδεσε ο κ. Βαλτάς με τη διεύρυνση των υπηρεσιών που παρέχονται στα φαρμακεία. Όπως ανέφερε, μελέτη δύο πανεπιστημίων κατέγραψε ότι το 80% των πολιτών έχει προσωπικό φαρμακοποιό, ενώ οι μισοί επιθυμούν να αναλάβουν τα φαρμακεία περισσότερες δράσεις πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Ως παράδειγμα ανέφερε το πρόγραμμα πρόληψης για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Οι δικαιούχοι μπορούν να προμηθευτούν το τεστ και, αφού το πραγματοποιήσουν, να απευθυνθούν στον φαρμακοποιό για την καταχώριση του αποτελέσματος. Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, ο φαρμακοποιός μπορεί να τους κατευθύνει για περαιτέρω έλεγχο σε ειδικό γιατρό. Ο ίδιος σημείωσε ότι περίπου 1,25 εκατομμύρια δικαιούχοι είχαν προμηθευτεί το τεστ στο πλαίσιο του προγράμματος.
Στη συνέντευξη αναφέρθηκε και στο πρόγραμμα για την παχυσαρκία, υποστηρίζοντας ότι η νόσος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα υγείας. Όπως είπε, η θεραπεία μπορεί να έχει σημαντικό κόστος για τους ασθενείς, ενώ το πρόγραμμα πρόκειται να επαναληφθεί για δικαιούχους που είχαν ενταχθεί, χωρίς να καλύπτει όσους δεν πρόλαβαν να συμμετάσχουν. Ο κ. Βαλτάς ζήτησε να εξεταστεί η δυνατότητα να ενταχθούν και αυτοί, εκτιμώντας ότι θα μπορούσαν να ωφεληθούν περίπου 25.000 με 30.000 άνθρωποι.
Ο πρόεδρος των φαρμακοποιών υποστήριξε ότι τα φαρμακεία ήδη παρέχουν άτυπα υπηρεσίες όπως μέτρηση αρτηριακής πίεσης και σακχάρου, ενημέρωση για τη δοσολογία και τις αντενδείξεις των φαρμάκων, καθώς και παραπομπή σε γιατρό. Ζήτησε οι υπηρεσίες αυτές να θεσμοθετηθούν και να μπορούν να καταχωρίζονται στα πληροφοριακά συστήματα, ώστε να ενημερώνεται και ο θεράπων γιατρός.
Επιπλέον, περιέγραψε ως αναγκαία την επανεξέταση της φαρμακευτικής αγωγής, ιδίως σε ηλικιωμένους που ενδέχεται να συνεχίζουν να λαμβάνουν φάρμακα χωρίς να είναι πλέον απαραίτητα. Ανέφερε ότι σε άλλες χώρες εφαρμόζονται προγράμματα, με κρατική χρηματοδότηση, στο πλαίσιο των οποίων οι φαρμακοποιοί επανεξετάζουν τακτικά τη θεραπεία των ασθενών. Κατά την άποψή του, τέτοιες υπηρεσίες θα πρέπει να αποζημιώνονται από το κράτος και όχι να επιβαρύνουν τον ασθενή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα φαρμακεία των χωριών και των απομακρυσμένων περιοχών, όπου η μείωση του πληθυσμού περιορίζει σημαντικά τη συνταγογράφηση και τα έσοδα. Όπως είπε, σε ορισμένες περιπτώσεις οι συνταγές έχουν μειωθεί από περίπου 1.000 τον μήνα σε 300 ή 400, ενώ οι φαρμακοποιοί καλούνται να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναγκών των κατοίκων. Προειδοποίησε ότι αν τα μικρά φαρμακεία δεν στηριχθούν, υπάρχει κίνδυνος να κλείσουν, αφήνοντας ολόκληρες κοινότητες χωρίς εύκολη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας.
Για τις εφημερίες, σημείωσε ότι το φαρμακείο που λειτουργεί τη νύχτα πρέπει να καλύπτει επείγουσες ανάγκες, όπως την εκτέλεση συνταγής ή τη χορήγηση φαρμάκων πρώτης ανάγκης. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το ωράριο των φαρμακείων στη Λέσβο είναι οργανωμένο με βάση τις ανάγκες των πολιτών και τις μετρήσεις επισκεψιμότητας, χωρίς να χρειάζεται διεύρυνση.
Ο κ. Βαλτάς χαρακτήρισε τις ελλείψεις διαχρονικό και ευρωπαϊκό πρόβλημα, το οποίο, όπως είπε, επιβαρύνεται στην Ελλάδα από τις χαμηλές τιμές των φαρμάκων και τις παράλληλες εξαγωγές. Υποστήριξε ότι ορισμένοι χονδρέμποροι εξάγουν ποσότητες που θα μπορούσαν να καλύψουν ανάγκες της εγχώριας αγοράς, ενώ φαρμακευτικές εταιρείες περιορίζουν τις διαθέσιμες ποσότητες.
Ως μέρος της λύσης πρότεινε την τήρηση αποθεμάτων από τις εταιρείες και την ενίσχυση των περιορισμών στις εξαγωγές φαρμάκων που βρίσκονται σε έλλειψη, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν και ευρωπαϊκοί περιορισμοί. Στο επίκεντρο, όπως είπε, βρίσκεται και η βιωσιμότητα των φαρμακείων, τα οποία καλούνται να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς με περιορισμένες ποσότητες και αυξημένα λειτουργικά έξοδα.