
Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το βράδυ της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου στην περιοχή Κούκμος, μεταξύ Άγρας και Παρακοίλων, πήρε γρήγορα διαστάσεις λόγω της καύσιμης ύλης και των ισχυρών ανέμων. Έκαψε κυρίως χαμηλή βλάστηση, χωρίς να απειληθεί κατοικημένη περιοχή, και οριοθετήθηκε μετά από ολονύχτια επιχείρηση πυροσβεστών, εθελοντών και δυνάμεων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. ertnews.gr
Με χρήση δορυφορικών εικόνων Sentinel-2 πριν και μετά το συμβάν, πραγματοποιήθηκε προκαταρκτική χαρτογράφηση της καμένης επιφάνειας. Η σύγκριση των λήψεων της 26ης και 28ης Σεπτεμβρίου, μέσω του δείκτη dNBR και οπτικού ελέγχου σε σύνθεση SWIR, έδωσε εκτιμώμενη καμένη έκταση περίπου 635 στρεμμάτων.
Η χαρτογράφηση αυτή δεν αποτελεί επίσημη διοικητική οριοθέτηση. Δίνει, όμως, μια αρκετά σαφή εικόνα του μεγέθους της πυρκαγιάς και ταυτόχρονα ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τη διαχείριση της υπαίθρου στη Λέσβο.
Η βόσκηση δεν είναι μόνο κτηνοτροφική δραστηριότητα
Στα μεσογειακά τοπία, η εκτατική βόσκηση από αιγοπρόβατα δεν αποτελεί μόνο παραγωγική δραστηριότητα. Επηρεάζει άμεσα τη δομή της βλάστησης.
Τα ζώα καταναλώνουν χόρτα, νεαρούς βλαστούς και μέρος της θαμνώδους βλάστησης, μειώνοντας υπό κατάλληλες συνθήκες την ποσότητα και τη συνέχεια της επιφανειακής καύσιμης ύλης. Σύγχρονες επιστημονικές ανασκοπήσεις καταλήγουν ότι η ελεγχόμενη βόσκηση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαχείρισης καυσίμων και πρόληψης πυρκαγιών, ιδίως στα μεσογειακά οικοσυστήματα. MDPI
Υπάρχει μάλιστα σχετική ελληνική έρευνα που συνδέει τη μείωση της εκτατικής κτηνοτροφίας και την εγκατάλειψη της υπαίθρου με μεγαλύτερη συσσώρευση βιομάζας και αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιάς, ιδιαίτερα σε μεσογειακές περιοχές. MDPI
Η κρίση του αφθώδους πυρετού αλλάζει τα δεδομένα
Το 2026, όμως, η Λέσβος βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κτηνοτροφική κρίση εξαιτίας του αφθώδους πυρετού.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου, περίπου 80.000 ζώα είχαν ήδη θανατωθεί, ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία για ακόμη 10.000–12.000. Οι συνολικές απώλειες εκτιμάται ότι μπορεί να προσεγγίσουν τις 100.000. in.gr Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει επίσης εφαρμόσει ζώνες προστασίας και επιτήρησης και περιορισμούς στις μετακινήσεις ευαίσθητων ζώων, στους οποίους περιλαμβάνονται και μετακινήσεις για βόσκηση. ΥπΑΑΤ
Η οικονομική και κοινωνική διάσταση είναι προφανής. Υπάρχει όμως και μία περιβαλλοντική πλευρά που μέχρι στιγμής έχει συζητηθεί λιγότερο.
Εάν η δραστική μείωση του ζωικού κεφαλαίου διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και η ανασύσταση των κοπαδιών καθυστερήσει, μεγάλες εκτάσεις που μέχρι σήμερα βόσκονταν συστηματικά μπορεί να δεχθούν πολύ μικρότερη πίεση βόσκησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υπάρξουν αυτομάτως περισσότερες πυρκαγιές. Σημαίνει όμως ότι, σε ορισμένες περιοχές, μπορεί σταδιακά να αυξηθεί η ποώδης και θαμνώδης βιομάζα και να δημιουργηθεί πιο συνεχής καύσιμη ύλη.
Όχι αυθαίρετες συνδέσεις
Πρέπει να είναι απολύτως σαφές ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τη συγκεκριμένη πυρκαγιά στον Κούκμο με τις θανατώσεις ζώων ή τους περιορισμούς λόγω αφθώδους πυρετού.
Η φωτιά του Σεπτεμβρίου είναι ένα συγκεκριμένο συμβάν, ενώ οι επιπτώσεις από τη μείωση της βόσκησης, εφόσον υπάρξουν, θα φανούν σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Η πυρκαγιά, όμως, αποτελεί μια καλή αφορμή για να τεθεί εγκαίρως το ερώτημα:
Ποιος θα διαχειρίζεται τη βλάστηση των χιλιάδων στρεμμάτων που μέχρι σήμερα βόσκονταν από τα κοπάδια του νησιού;
Χρειάζεται σχεδιασμός από τώρα
Η βόσκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μοναδική λύση για την πυροπροστασία. Χρειάζεται να εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό που περιλαμβάνει καθαρισμούς, διαχείριση θαμνώδους βλάστησης, δασοκομικές επεμβάσεις, συντήρηση υποδομών πυροπροστασίας και στοχευμένες παρεμβάσεις σε περιοχές υψηλού κινδύνου.
Παράλληλα, μετά από μια πυρκαγιά απαιτείται διαφορετική προσέγγιση. Η υπερβολική ή πρόωρη βόσκηση σε πρόσφατα καμένες εκτάσεις μπορεί να επιβαρύνει την αναγέννηση της βλάστησης και την προστασία του εδάφους, επομένως η χρήση της πρέπει να είναι ελεγχόμενη και προσαρμοσμένη στις συνθήκες κάθε περιοχής. Springer
Η κρίση του αφθώδους πυρετού είναι πρωτίστως μια τεράστια πληγή για τους κτηνοτρόφους και την οικονομία της Λέσβου. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα νέο ζήτημα για τη διαχείριση του τοπίου.
Η απώλεια δεκάδων χιλιάδων ζώων δεν αφορά μόνο την παραγωγή γάλακτος και κρέατος. Αφορά και το πώς θα διαμορφωθεί η βλάστηση σε χιλιάδες στρέμματα της λεσβιακής υπαίθρου τα επόμενα χρόνια.
Και αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά εξίσου την κτηνοτροφία, τη δασική διαχείριση και την πολιτική προστασία.