
Τι αλλάζει την επόμενη ημέρα της ΔΕΘ για μια επιχείρηση εστίασης που πληρώνει κανονικά το προσωπικό της, δηλώνει τον τζίρο της και προσπαθεί να κρατήσει προσιτές τις τιμές της; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει η αιχμηρή παρέμβαση για τον κλάδο, αποτυπώνοντας δυσαρέσκεια για την απουσία στοχευμένων απαντήσεων στα προβλήματά του.
Η κριτική εστιάζει στην απόσταση ανάμεσα στις ανακοινώσεις και στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων. Οι επιμέρους ελαφρύνσεις αναγνωρίζονται ως θετικές, όμως αμφισβητείται κατά πόσο αρκούν για να αντισταθμίσουν το κόστος λειτουργίας και να δημιουργήσουν περιθώρια για επενδύσεις και καλύτερες αμοιβές.
Μικρή ανάσα μπροστά σε μεγάλους λογαριασμούς
Η παρέμβαση στα τεκμήρια αξιολογείται ως σημαντική για τους επαγγελματίες που επηρεάζονται από αυτά. Ωστόσο, στην παρέμβαση επισημαίνεται ότι επιχειρήσεις εστίασης που λειτουργούν μέσα από εταιρικά σχήματα έχουν διαφορετικές ανάγκες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τη συγκεκριμένη αλλαγή.
Αντίστοιχα, η αναφερόμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα χαρακτηρίζεται καλοδεχούμενη, αλλά περιορισμένη.
Το αριθμητικό παράδειγμα είναι ενδεικτικό: εφόσον η μείωση αφορά εξ ολοκλήρου την εργοδοτική επιβάρυνση, σε μικτό μισθό 1.000 ευρώ αντιστοιχεί σε πέντε ευρώ ανά μηνιαία μισθοδοσία. Για 20 εργαζομένους με την ίδια αμοιβή, το ποσό φτάνει τα 100 ευρώ. Πρόκειται για απλουστευμένο υπολογισμό, που αποτυπώνει την τάξη μεγέθους της ελάφρυνσης.
Καλύτερες αμοιβές με επιχειρήσεις που μπορούν να τις στηρίξουν
Η ανάγκη αύξησης των αποδοχών των εργαζομένων αναγνωρίζεται ξεκάθαρα. Το ερώτημα που τίθεται αφορά το πώς θα υποστηριχθούν οι επιχειρήσεις ώστε να ανταποκριθούν στις μεγαλύτερες υποχρεώσεις τους.
Όπως υπογραμμίζεται, η άνοδος του κατώτατου μισθού επηρεάζει και τις συνδεδεμένες μισθολογικές δαπάνες. Γι’ αυτό ζητούνται παρεμβάσεις που να εξετάζουν συνολικά το κόστος της εργασίας, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις.
Η κριτική προς την κυβέρνηση είναι ότι το οικονομικό βάρος των αποφάσεων μεταφέρεται στις επιχειρήσεις, χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχης έκτασης μέτρα στήριξης.
Το αίτημα για ΦΠΑ 13% αφορά και την ανταγωνιστικότητα
Κεντρική θέση στην παρέμβαση έχει το αίτημα για ενιαίο ΦΠΑ 13% στην εστίαση. Η επιχειρηματολογία συνδέει τη φορολογική επιβάρυνση με την τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής και με το συνολικό κόστος των διακοπών στην Ελλάδα.
Η εστίαση παρουσιάζεται ως αναπόσπαστο μέρος της τουριστικής εμπειρίας. Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζεται, οι ανατιμήσεις μπορούν να επηρεάσουν την ελκυστικότητα ενός προορισμού, ιδιαίτερα όταν ο επισκέπτης συγκρίνει το κόστος διαμονής και κατανάλωσης με άλλες χώρες.
Η αναφορά στον ΦΠΑ 24% αφορά τα είδη και τις υπηρεσίες που υπάγονται στον συγκεκριμένο συντελεστή και δεν περιγράφει το σύνολο των πωλήσεων της εστίασης.
Η αγωνία για το ταμείο της επόμενης ημέρας
Στην ίδια συζήτηση εντάσσεται η ρευστότητα. Η παρέμβαση περιγράφει την ανάγκη διατήρησης επαρκούς κεφαλαίου κίνησης, ώστε να καλύπτονται εγκαίρως προμηθευτές, μισθοδοσία και φορολογικές υποχρεώσεις.
Το τελικό ερώτημα αφορά το μοντέλο επιχείρησης που επιδιώκει να στηρίξει η πολιτεία: εκείνη που δηλώνει τις πωλήσεις της, ασφαλίζει το προσωπικό της, ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και επιδιώκει να αναπτυχθεί.
Για αυτή την επιχείρηση, το κριτήριο των εξαγγελιών είναι συγκεκριμένο.Πόσο βελτιώνουν τη δυνατότητά της να λειτουργεί, να προσφέρει καλύτερους μισθούς και να συγκρατεί τις τιμές. Γιατί μετά τη ΔΕΘ, η πόρτα του καταστήματος ανοίγει ξανά — και οι λογαριασμοί περιμένουν.